Η Τζούρτζια στο χώρο και το χρόνο.

Η Κοινότητα Αγίας Παρασκευής (Τζούρτζια)

Γεωγραφικά στοιχεία 

Η Τζούρτζια απέχει περίπου 96 χιλιόμετρα από την πόλη των Τρικάλων, ανήκει στην Δημοτική Κοινότητα Ασπροποτάμου του Δήμου Καλαμπάκας και έχει υψόμετρο 950μ. περίπου (στο κέντρο του xωριού). Είναι κτισμένη στις βόρειες πλαγιές της κορυφής Παλέτζι (υψόμετρο 1988μ. περίπου) στην ανατολική πλευρά της οροσειράς της νότιας Πίνδου, ενώ πάνω της δεσπόζουν οι κορυφές Πέντε Πύργοι (2.000 μ.) και Καταραχιάς (2.299 μ.). Στο χωριό ανήκει κτηματική περιφέρεια από 32.000 στρέμματα, η οποία καλύπτεται από έλατο, κέδρο, οστριά, κάρπινο, κρανιά, ίταμο κ.ά. Το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης είναι ακάλυπτοι βοσκότοποι ή υποαλπικές εκτάσεις αποπλυμένες με εμφανές το μητρικό πέτρωμα και κατακερματισμένες από τις καιρικές και γεωλογικές μεταβολές. Η κτηματική περιφέρεια της Τζούρτζιας εκτείνεται από υψόμετρο 700μ. περίπου (θέση Σμίξη) μέχρι 2299 μ. (θέση Καταραχιάς) και, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις κτηνοτροφικές ανάγκες των κατοίκων της, έχει διαιρεθεί σε τέσσερα κτηνοτροφικά τμήματα (μαντριά), που είναι η «Πλάκα», το «Στουρνάρι», η «Ρέντα» και η «Σαλατούρα». Η κυριότητα των εκτάσεων αυτών μετά την αποχώρηση των Τούρκων (το 1881) δεν περιήλθε ούτε στο ελληνικό δημόσιο ούτε σε άλλο κρατικό φορέα αλλά παρέμεινε στην κοινή χρήση των κατοίκων δια του Νομικού προσώπου της Κοινότητας . Το κλίμα της χαρακτηρίζεται από τους παρατεταμένους χειμώνες, τα μικρά και όχι πάντα ζεστά καλοκαίρια, τις άφθονες χιονοπτώσεις που εμφανίζονται μέσα Νοεμβρίου και διαρκούν έως την άνοιξη και φυσικά τις συχνές βροχοπτώσεις.


Γλωσσικά στοιχεία των κατοίκων της Τζούρτζιας Ασπροποτάμου

Οι κάτοικοι της Τζούρτζιας είναι δίγλωσσοι, δηλαδή εκτός της ελληνικής γλώσσας ομιλούν και το βλάχικο γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής τ’ Ασπροποτάμου, ένα λατινογενές γλωσσικό ιδίωμα ανάμεικτο με πάρα πολλές ελληνικές λέξεις. Η γλώσσα αυτή ανήκει στις νεολατινικές ή όπως αλλιώς λέγονται ρωμανικές γλώσσες. Στην ίδια ομάδα ανήκουν η Ρουμάνικη, η Γαλλική, η Ισπανική, η Πορτογαλική και η Ραΐτικη. Το γλωσσικό ιδίωμα των Τζουρτζιωτών είναι ιδιαίτερο , εξαιτίας της θέσης στην οποία αναπτύχθηκε, θέση που στο παρελθόν αποτέλεσε κεντρική αρτηρία ελέγχου μιας από τις ζωτικότερες προσβάσεις προσπέλασης στην ορεινή Πίνδο. Λόγω αυτής της θέσης – σταθμό η Τζούρtζια είχε αποκτήσει μια μητροπολιτικότητα στην περιοχή και επηρέασε αλλά και επηρεάστηκε, γλωσσικά και κοινωνικά, από τους διερχόμενους.


Ο οικισμός Τζούρτζια

 

Η Τζούρτζια ανήκει στο δασικό σύμπλεγμα του Ασπροποτάμου και είναι ένα από τα πιο ονομαστά βλαχοχώρια της περιοχής. Πρόκειται για ένα γραφικό χωριό, στο κέντρο του οποίου υπάρχει πλακοστρωμένη πλατεία, που το χωρίζει σε δύο μέρη (επάνω και κάτω μαχαλάς). Ο πλάτανος, που σκεπάζει όλη την πλατεία, ανήκει στα τέλη του 19ου αιώνα (1897).
Διαθέτει, επίσης, όμορφα καλντερίμια και πλακόστρωτα δρομάκια, πέτρινα παραδοσιακά σπίτια και ναούς, καθώς και πολλές βρύσες. Αρκετά  σπιίτια  διατηρούνται σε πολύ καλή κατάσταση,  τα οποία κατασκευάστηκαν από τις αρχές του 1900 και μέχρι και τον πόλεμο. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει, επίσης, να γίνει και στις πέτρινες βρύσες του χωριού, οι οποίες πρωτοκατασκευάστηκαν στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα, τότε δηλαδή που χτίστηκαν και τα περισσότερα πέτρινα σπίτια.Oι βρύσες πριν από τη δεκαετία του ΄80 συνήθως έφεραν μία ή δυο πέτρινες σκαλιστές κοπάνες που έδεναν πάνω σε λιθόχτιστο τοίχο και κοσμούσαν αλλά και οριοθετούσαν κάθε γειτονιά. Όπως όλα τα ανθρώπινα έργα, έτσι και αυτές, όμως, υπέστησαν τη φθορά του χρόνου και σταδιακά αντικαταστάθηκαν με νεώτερες. Είναι γεγονός πως η Τζούρτζια διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την παραδοσιακότητα του οικισμού της. Είναι ένα από τα λίγα χωριά του Ασπροποτάμου που δεν κάηκε από τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και έχει χαρακτηριστική γραφική ομορφιά. Παρόλα αυτά, τα εναπομείναντα σε συνδυασμό με τα πλακόστρωτα καλντερίμια, τις παραδοσιακές βρύσες, την πλατεία και τις εκκλησίες του χωριού δίνουν την αίσθηση της παραδοσιακότητας στον επισκέπτη.


 Επαγγελματική απασχόληση και νομαδική ζωή

Οι Βλάχοι της Τζούρτζιας, όπως και όλοι οι Βλάχοι της Πίνδου ήταν μετακινούμενος πληθυσμός, οργανωμένος σε τσελιγκάτα και χαρακτηρίζεται από ημινομαδικότητα. Στην αρχή, η ζωή τους στο βλαχοχώρι της Πίνδου ήταν αμιγώς κτηνοτροφική, δεδομένου πως στα δύσβατα εδάφη της περιοχής μόνο η αυτή μπορούσε να αναπτυχθεί. Έτσι, στην πλειοψηφία τους οι κάτοικοι ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία, αλλά και με σχετικά με αυτή επαγγέλματα π.χ. τυροκομία. Η ενασχόληση αυτή απαιτούσε την υιοθέτηση της ημι-νομαδικής διαβίωσης, με σταθερή εγκατάσταση στα χωριά τους μόνο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Την υπόλοιπη χρονιά ξεχειμώνιαζαν στο θεσσαλικό κάμπο, όπου και πουλούσαν τα κτηνοτροφικά τους προϊόντα.
Σιγά σιγά, απέκτησαν και σταθερή εγκατάσταση στον κάμπο για τα χειμαδιά τους καθώς πολλοί Βλάχοι αγόρασαν κτήματα προσθέτοντας στο επάγγελμα του κτηνοτρόφου και αυτό του γεωργού . Με την πάροδο του χρόνου οι οικονομικές τους ασχολίες επεκτάθηκαν σε αυτές του τεχνίτη και του εμπόρου αλλά και στην οικοτεχνία. Κατά το 19ο και 20ο αιώνα, η κοινότητα  γνώρισε οικονομική άνθιση και άκμαζαν επαγγέλματα όπως αυτά του σαμαρά, του υφαντή, του πραματευτή – εμπόρου των προϊόντων της πρωτογενούς κτηνοτροφικής παραγωγής, του ξυλογλύπτη, αγιογράφου, κουδουνά, τσαρουχά, ράφτη, χρυσικού, χαλβαδοποιού. Ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει στο επάγγελμα του χαλβαδοποιού, στο οποίο, οι κάτοικοι της Τζούρτζιας είχαν ιδιαίτερη επίδοση και ξενιτεύονταν από τον 19ο αι. αποκλειστικά στην Αθήνα για την άσκηση της τέχνης τους.
Μέχρι τη δεκαετία του 1940 οι Τζουρτζιώτες ζούσαν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου (περίπου επτά μήνες) στο ορεινό χωριό τους και μόνο τον υπόλοιπο καιρό κατέβαζαν τα ζώα τους να ξεχειμωνιάσουν στα χειμαδιά. Μέχρι και αυτή την περίοδο το βουνό ορίζει την εντοπιότητά τους, ενώ ο κάμπος βιώνεται ως υπερορία . Αυτό θα αλλάξει από το 1950 και μετά, όπου οι Τζουρτζιώτες αρχίζουν να έχουν μόνιμη εγκατάσταση στον κάμπο (κυρίως στα Τρίκαλα, Λάρισα, Φάρσαλα και Αθήνα) και να αντιμετωπίζουν το χωριό τους ως παραθεριστικό κέντρο. Η κτηνοτροφία εξακολουθεί να υπάρχει ως οικονομική δραστηριότητα, αλλά σε πολύ μικρότερη κλίμακα από ότι στο παρελθόν. Η κάθοδος των ορεσίβιων κατοίκων προς τα αστικά κέντρα και η αστικοποίηση, άνοιξε νέους δρόμους και ανέδειξε νέα επαγγέλματα.
Απόρροια της ημι-νομαδικής ζωής αποτελεί το γεγονός πως η ζωή αυτών των ανθρώπων ήταν χωρισμένη σε δυο μεγάλες περιόδους: του χειμώνα και του καλοκαιριού. Ωστόσο, το βουνό ήταν αυτό που όριζε την εντοπιότητά τους, αφού ως τόπο καταγωγής δεν ανέφερε κανείς το χώρο της χειμωνιάτικης κατοικίας τους αλλά της θερινής. Για τον λόγο αυτό, όλες οι κοινωνικές και άλλες εκδηλώσεις της ζωής τους ήταν (και είναι ακόμη σε μεγάλο βαθμό) συνδεδεμένες με το καλοκαίρι.