Το πανηγύρι της Τζούρτζιας

Πανηγύρι στη Τζούρτζια δεκαετία 1960

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΤΖΟΥΡΤΖΙΑΣ

Ονειροπολήσεις του χειμώνα – γλέντια του καλοκαιριού


Μια βιωματική προσέγγιση

«Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος». Ζωή που δεν τη διακόπτουν χαρές και γιορτές γίνεται ένα μακρύς, ατέλειωτος δρόμος, όπου o οδοιπόρος δεν βρίσκει πουθενά ένα χάνι, ένα πανδοχείο να ξεκουράσει το κορμί του και να απολαύσει δυο μπουκιές ψωμί ή ν’ ανταλλάξει λίγες κουβέντες με έναν συνοδοιπόρο και συνάνθρωπο. Μια τέτοια ζωή δεν είναι άξια δυστυχώς να τη ζει κανείς. Γι’ αυτό οι άνθρωποι από τα αρχαιότατα χρόνια επινόησαν τρόπους ανάπαυσης και ευχαρίστησης για το σώμα και την ψυχή τους. Στον «Επιτάφιο» του ο μεγάλος πολιτικός της αρχαίας Αθήνας, ο Περικλής, προσπαθώντας να αποδείξει με στοιχεία το μεγαλείο της Αθήνας, δεν αναφέρεται μόνο σε πολιτικά και ιστορικά γεγονότα, όπως συνήθως κάνουν τα ιστορικά εγχειρίδια. Δίνει μεγάλο βάρος στην καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής των Αθηναίων. Γράφει λοιπόν: «Και μην και των πόνων πλείστας αναπαύλας τη γνώμη επορισάμεθα, αγώσι μεν γε και θυσίαις διετησίοις νομίζοντες, ιδίαις δε κατασκυεαίς ευπρεπέσιν, ων καθ’ ημέραν η τέρψις το λυπηρόν εκπλήσσει …» (Θουκ. Ιστορία, Βιβλ. ΙΙ, κεφ. 38). Σε μετάφραση: «Αλλά και για το πνεύμα μας φροντίσαμε και βρήκαμε πάρα πολλούς τρόπους ξεκούρασης, με τη συνήθεια να τελούμε αγώνες και γιορτές όλον τον χρόνο και να ’χουμε ο καθένας μας το καλοσιγυρισμένο νοικοκυριό του˙ η καθημερινή ευχαρίστηση που δίνουν αυτά αποδιώχνει τη στενοχώρια …»

Σ’ αυτές λοιπόν τις πανάρχαιες ανάγκες του ανθρώπου για ποικιλία και ψυχαγωγία ανταποκρινόμενοι και οι νεώτεροι, οι σύγχρονοί μας, εποίκιλαν τη ζωή τους με γιορτές και πανηγύρια προσαρμοσμένα στις ιδιαίτερες συνθήκες των ασχολιών, των αναγκών και των καιρικών συνθηκών.

Οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών της Πίνδου, στους οποίους είναι αφιερωμένη σήμερα αυτή η αναφορά μας, είναι άνθρωποι που δεν διέθεταν και πολλές επιλογές όσον αφορά τις επαγγελματικές τους ενασχολήσεις. Στα κακοτράχαλα εδάφη της περιοχής μόνο η κτηνοτροφία μπορούσε να ευδοκιμήσει κι έτσι στην πλειοψηφία τους οι άνθρωποι ήταν κτηνοτρόφοι, κάποιοι – λιγότεροι αυτοί – έμποροι και καταστηματάρχες κυρίως στην Αθήνα και μερικοί μετανάστες στην Αμερική.

Τον χειμώνα τα χωριά σχεδόν ερήμωναν. Ο χειμώνας εδώ ήταν τραχύς και απειλούσε σοβαρά ανθρώπους και κοπάδια. Έτσι οι περισσότεροι, αναζητώντας πιο ήπιες καιρικές συνθήκες, κατηφόριζαν προς τα χειμαδιά και ξεχύνονταν στους κάμπους της θεσσαλικής γης ώσπου να περάσουν οι μήνες της κακοκαιρίας, μα όλον τον χειμώνα ονειρεύονταν «πότε θα έρθει η άνοιξη, θα’ ρθει το καλοκαίρι, να βγουν οι βλάχοι στα βουνά». Την άνοιξη λοιπόν όλοι οι κάτοικοι ανηφόριζαν από τον κάμπο με μια φλόγα που την έτρεφαν όλον τον χειμώνα στην καρδιά τους με λαχτάρα και όλοι μαζί, παππούδες, γιαγιάδες, γονείς, παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα, ένα πλήθος πολύχρωμο, όλοι με έναν κοινό πόθο στην ψυχή τους περπατούσαν τρία και τέσσερα μερόνυχτα ώσπου να φτάσουν στο αγαπημένο τους χωριό, στην αγαπημένη τους πατρίδα, γιατί, όποιον και να ρωτούσες από αυτούς από πού κατάγεται, δεν θα σου έλεγε ποτέ τον τόπο της χειμερινής διαμονής του, αλλά το ορεινό του χωριό, όπου περνούσε τον μισό χρόνο. Αυτό ήταν η Ιθάκη τους και, σαν τον Οδυσσέα, με την ίδια λαχτάρα, ατένιζαν λίγο μετά τη Σμίξη τα πρώτα σπίτια και το καμπαναριό της εκκλησίας και το νεκροταφείο, όπου οι νεκροί τους περίμεναν – ύστερα από έξι μήνες ερημιάς – με τα πρώτα λουλούδια της άνοιξης πάνω στους τάφους τους, να γυρίσουν οι δικοί τους άνθρωποι και να φέξει το βράδυ ένα αχνό καντήλι, σημάδι πως στο χωριό άρχισε κι αυτή τη χρονιά η ζωή ύστερα από τον μαρασμό του χειμώνα.

Εδώ πρέπει να διευκρινίσω ότι η ζωή αυτών των ανθρώπων ήταν χωρισμένη σε δυο μεγάλες περιόδους: του χειμώνα και του θέρους. Του κάμπου και του βουνού. Επειδή λοιπόν οι άνθρωποι παλαιότερα ζούσαν με πιο φυσικούς ρυθμούς, γι’ αυτό και η ζωή τους και οι εκδηλώσεις τους ήταν πιο εναρμονισμένα με τις καιρικές συνθήκες και τη διαδοχή των εποχών. Για τους ορεινούς πληθυσμούς ειδικότερα θα ήταν αδιανόητο να αναζητήσουμε αρραβώνες, γάμους και πανηγύρια από το φθινόπωρο μέχρι την άνοιξη. Όλα αυτά τα μετέθεταν στους θερμούς μήνες του έτους, τότε που και πιο κατάλληλες ήταν οι καιρικές συνθήκες, αλλά και οι επαγγελματικές τους υποχρεώσεις το επέτρεπαν, γιατί το καλοκαίρι τα πρόβατα βοσκούσαν πάνω στα μαντριά, στα βοσκοτόπια των υψηλών ορεινών όγκων και απασχολούσαν ελάχιστα τους κτηνοτρόφους, δίνοντάς τους τη δυνατότητα για κοινωνικές εκδηλώσεις, για τις οποίες το χειμώνα ούτε λόγος δεν μπορούσε να γίνει. Εξάλλου το χειμώνα οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν νομάδες, ζούσαν σε καλύβες και πάλευαν μέρα και νύχτα να ξεχειμωνιάσουν το κοπάδι τους, δουλειά δύσκολη και επίπονη. Πού καιρός για πολυτέλειες.

Το καλοκαίρι λοιπόν ήταν γι’ αυτούς μια όαση, η χαρά της ζωής. Ξανάνιωναν μέσα στην αναγέννηση της φύσης. Φρεσκάριζαν τα όμορφα πέτρινα σπίτια τους, τ’ ασβέστωναν, έστρωναν τα πολύχρωμα – κεντημένα στον αργαλειό – στρωσίδια τους, παντού καθαριότητα, τάξη, φρεσκάδα, νοικοκυροσύνη και ομορφιά. Τώρα η ζωή τους άλλαζε ρυθμούς, αποκτούσε μια ποικιλία που τους ήταν άγνωστη το χειμώνα και τη ζούσαν μόνο τα καλοκαίρια. Κεντρικό σημείο αυτής της μεταβολής ήταν το μεγάλο πανηγύρι στο μέσον του καλοκαιριού, ένας μεγάλος ήλιος που φώτιζε και ζέσταινε τις ψυχές τους όλον το χρόνο, που το ονειρεύονταν όλον το χειμώνα στις κακουχίες που περνούσαν, που τους κρατούσε ζωντανούς να τα βγάλουν πέρα, και να ξανάρθει η άνοιξη, να γλυκάνει ο καιρός, να λιώσουν τα χιόνια, να ανηφορίσουν για τα βουνά και ν’ ανοίξουν τις εκκλησίες τους που ξεχειμώνιασαν έρημες, ν’ ανάψουν πάλι τα καντηλάκια τους, ν’ ακουστεί η καμπάνα πρωί-βράδυ και το χωριό να ζωντανέψει ξανά!

Το χωριό έχει πολλές εκκλησίες, αλλά η θρησκευτική και κοινωνική ζωή κινείται γύρω από την κεντρική εκκλησία της Αγ. Παρασκευής. Την Αγία τους οι κάτοικοι δεν την λατρεύουν απλώς. Την θεωρούν δική τους, σαν να έχουν την αποκλειστικότητα στην αγάπη της, στην προστασία της, σαν να είναι συγγενής τους, μάνα τους, γιαγιά τους, κάτι τέτοιο. Συχνά δεν την αποκαλούν Αγ. Παρασκευή αλλά «μάια» δηλαδή γιαγιά! Την αγαπούν και τη φοβούνται συγχρόνως. Η Αγία απελευθερώνει από μέσα τους με τη γλυκύτητά της όλα τα αισθήματα σεβασμού και αγάπης και συγχρόνως τους αποθαρρύνει, όταν το πονηρό πνεύμα τούς βάζει σε πειρασμούς και με το αυστηρό της βλέμμα τούς αποτρέπει και τους κρατά στον ίσιο δρόμο. Έτσι έχουν μάθει να τη ζουν την Αγία. Πότε ως προστάτιδα μάνα και πότε ως αυστηρή τιμωρό. Σ’ αυτή λοιπόν την Αγία έχουν αφιερώσει το χωριό τους – ονομάζεται ως γνωστόν Αγία Παρασκευή – και τις ωραιότερες στιγμές της ζωής τους, το κεντρικό μεγάλο πανηγύρι τους, στις 26 Ιουλίου. Η βλάχικη ονομασία της είναι St Viniri, προερχόμενη από την αρχαία θεά Αφροδίτη, που στα λατινικά καλούνταν Venus (-eris).

Ως τη μέρα της γιορτής της οι βλάχοι έχουν δυο μήνες σχεδόν που ανέβηκαν από τους κάμπους και έχουν βάλει για καλά σε δρόμο και τα σπίτια τους και τις δουλειές τους. Όμως για το πανηγύρι χρειάζονται ιδιαίτερες και επιπλέον δουλειές. Τίποτα δεν μπορεί να είναι σαν τις καθημερινές. ΄Ετσι πριν μια βδομάδα περίπου παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα. Το ποτάμι γεμίζει από καπνούς και καζάνια και νοικοκυρές που κουβαλούν τα ρούχα και τα στρωσίδια για πλύσιμο. Παλιά δεν υπήρχε δίκτυο ύδρευσης και, όταν η περίπτωση απαιτούσε ιδιαίτερη καθαριότητα, αυτή γινόταν επί τόπου, στο ποτάμι.

Την παραμονή άναβαν τα σίδερα με κάρβουνα για να σιδερωθούν τα καλά τα ρούχα. Τα σοκάκια σκουπίζονταν απ’ τις κοπέλες με περισσή φροντίδα, οι γλάστρες με τις γκουντουφίτσες και τα βασιλικά ποτίζονταν, οι κληματαριές καθαρίζονταν, τα σπίτια ασβεστώνονταν. Ο αέρας μύριζε από φρέσκα ψημένα ψωμιά και πίτες που έψηναν στη γάστρα – στο πανηγύρι μπορεί να έρχονταν και τίποτα μουσαφιραίοι, κουμπάροι, φίλοι, γνωστοί από κοντινά χωριά – και έπρεπε να υπάρχει καλό κουμάντο, για να μην ντροπιάσουν το σπίτι τους, γιατί ούτε σουπερμάρκετ, ούτε φούρνος, ούτε ζαχαροπλαστείο υπήρχε, ο καθένας παρασκεύαζε τα πάντα μόνος του. Το ψωμί τους, τις πίτες τους, τα γλυκίσματά τους. Και το τυρί μόνοι τους το έπηζαν στην τσαντήλα με το δικό τους γάλα. Μια κοινωνία με κλειστή οικογενειακή οικονομία, αλλά αυτάρκης και ήρεμη.

Από τα μαντριά, όπου βοσκούσαν τα πρόβατα, πολλές ώρες έξω απ’ το χωριό, κατέβαζαν οι τσομπαναραίοι γάλα και πρόβατα που θα έσφαζαν για το πανηγύρι. Οι μπακαλάδες στην πλατεία ετοίμαζαν τα μαγαζιά τους, τις ψησταριές, τα τραπέζια, όχι όμως και τις μικροφωνικές εγκαταστάσεις. Παλιότερα είχαμε την ευτυχία να απολαμβάνουμε το φυσικό ήχο του κλαρίνου και του λαούτου και του βιολιού. Όλοι λοιπόν επί ποδός.

Άφησα τελευταία στις προετοιμασίες την εκκλησία. Αυτή ήταν το κεντρικό σημείο αναφοράς, ήταν το σαλόνι του χωριού στη μεγάλη δεξίωση του έτους, ήταν ο καθρέφτης του πολιτισμού τους, της πίστης τους, του επιπέδου τους. Η αξιοπρέπεια και η υπόληψη του καθενός χωριστά και του χωριού τους ολόκληρου εξαρτιόταν πολύ απ’ τη δημόσια εικόνα της εκκλησίας τους, όπως βέβαια και άλλων χώρων δημόσιων που τους φρόντιζαν ιδιαίτερα. Μερικές μέρες πριν από τη γιορτή κοπέλες του χωριού δεν άφηναν ούτε μια γωνιά που να μην την επιμεληθούν. Έπλεναν τα καντήλια, καθάριζαν τις εικόνες, σκούπιζαν, έστρωναν, έφερναν λουλούδια στα βάζα, «γάλα να έχυνες θα το μάζευες» κατά την προσφιλή έκφραση του λαού. Έτσι η εκκλησία της Αγ. Παρασκευής με τις καλοπελεκημένες πέτρες και τα δυο καμπαναριά της, με τα αφιερώματα των πιστών, μετρώντας περισσότερα από εκατό χρόνια ζωής (1896) ήταν το αληθινό στολίδι του χωριού. Για την ιστορία του πράγματος να αναφέρουμε εδώ ότι η σημερινή εκκλησία χρονολογείται το 1896 χτισμένη πάνω σε παλαιότερο ναό του 1788. Είναι έργο του πρωτομάστορα Σταυρούλα από τα Πράμαντα Ιωαννίνων που έκανε τρία χρόνια για την ολοκλήρωσή της. Για να τον τιμήσουν οι Τζουρτζιώτες τον ενέγραψαν ως τακτικό μέλος στους καταλόγους της ΦΑΤΑ, αυτόν που έκτισε την «Cassa ali mai» όπως ονομάζουν οι κάτοικοι του χωριού την εκκλησία της Αγ. Παρασκευής (Γ. Ι. Κούτσια, Τζούρτζια, Αναδρομή στο χρόνο, 1986).

Το επίσημο πανηγύρι κρατούσε τρεις ημέρες, στις 26, 27 και 28 Ιουλίου. Έτσι όπως ήταν όμως σκασμένοι οι άνθρωποι απ’ όλον το χειμώνα, ξεκινούσαν δειλά-δειλά το ξεφάντωμα απ’ την παραμονή. Και επειδή θρησκεία και κοινωνική ζωή πήγαιναν μαζί, το απόγευμα γινόταν ο εσπερινός, χτυπούσαν οι καμπάνες, γέμιζε ψαλμωδίες η εκκλησία, κι ύστερα ο θηλυκός πληθυσμός όδευε προς τα σπίτια για να αποσώσουν τις δουλειές κι ο ανδρικός έπαιρνε θέση στα μαγαζιά της πλατείας για γλέντι και όχι μόνο. Οι αντρικές κουβέντες αυτές τις μέρες ήταν αποφασιστικής σημασίας για ένα σωρό κοινωνικές ζυμώσεις που ήταν από τα πιο φλέγοντα θέματα του καλοκαιριού και συνήθως κορυφώνονταν μέσα στο πανηγύρι. Οι προξενιές και τα παντρολογήματα έδιναν κι έπαιρναν αυτές τις μέρες. Βέβαια είχε προηγηθεί το παρασκήνιο, είχαν πάει κι είχαν έρθει οι προξενήτρες και οι προξενητάδες μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, με άκρα μυστικότητα, από το ένα σπίτι στο άλλο, μα ίσως έμεναν ακόμη λεπτομέρειες που έπρεπε να τακτοποιηθούν, ώσπου το παρασκήνιο να μετατραπεί σε προσκήνιο. Στο στενό, ανάμεσα στην εκκλησία και στο σχολείο, δίπλα στην πλατεία, γινόνταν οι μυστικές συναντήσεις στο σκοτάδι. Η Δ.Ε.Η. μας έκανε τότε ακόμα τη χάρη με την απουσία της να καλύπτει αυτές τις συναντήσεις. Εκεί συναντιόντουσαν οι άντρες, πάντα οι άντρες, για να συζητήσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες. Μη φανταστείτε τίποτα συμφωνίες χαρακτήρων, κοινά ενδιαφέροντα και άλλα παρόμοια. Αυτά ήταν άγνωστα θέματα. Κυρίως στο θέμα της προίκας έπρεπε να καταλήξουν. Κι έπρεπε βέβαια να βιαστούν για να μην τους προλάβει κανένας άλλος και γιατί το πανηγύρι ερχόταν και ο χρόνος πίεζε. Αυτές οι δουλειές τελείωναν ή δρομολογούνταν σοβαρά με το πανηγύρι γιατί άλλες ώρες ήταν δύσκολο να βρεθούν όλοι συγκεντρωμένοι. Την παραμονή αντηχούσαν και οι πρώτοι ήχοι από τα όργανα προς μεγάλη τέρψη όλων των κατοίκων. Κι αυτό δεν είναι σχήμα λόγου. Για μας σήμερα που βομβαρδιζόμαστε από ήχους μέρα-νύχτα έχει φτάσει η μουσική να είναι συνώνυμη της ηχορρύπανσης. Όχι μόνο δεν μας λείπει, αλλά μας ενοχλεί κιόλας. Για φανταστείτε όμως αυτούς τους ανθρώπους που άκουγαν τον ήχο του κλαρίνου μια φορά στο πανηγύρι και κανα δυό φορές ακόμα σε γάμους και αρραβώνες. Ευφραίνονταν η ψυχή τους.

Έτσι τελείωνε η παραμονή και η νύχτα που ερχόταν δεν ήταν σαν τις άλλες. Οι γυναίκες ήταν κουρασμένες, οι άντρες χορτάτοι κουβέντα και τραγούδια και οι νέοι και οι κοπέλες γεμάτοι όνειρα για τις μέρες που θ’ ακολουθούσαν, γιατί ειδικά τα κορίτσια δεν είχαν παλιά και πολλές ευκαιρίες να βγουν από το σπίτι καλλωπισμένες να δουν και να τις δουν. Και μέσα τους, όσο και να πεις, κάποιο κρυφό μυστικό θα έκρυβαν. Ένα βλέμμα, ένας χαιρετισμός δεν ήταν και στο καθημερινό τους πρόγραμμα.

Το πανηγύρι λοιπόν, όπως αντιλαμβάνεστε, δεν ήταν μόνο μια θρησκευτική υπόθεση, και θα έλεγα, δεν ήταν κυρίως θρησκευτική υπόθεση. Ήταν η ζωή ολόκληρη. Το γλέντι, η έξοδος, η συνάντηση, η επαφή, ο έρωτας, η προετοιμασία αρραβώνων, η επιστροφή των ξενιτεμένων στην πατρίδα. Ήταν ένα βουβό και άτυπο ραντεβού όλων των συμπατριωτών για όλα αυτά.

Ανήμερα της Αγ. Παρασκευής απ΄ τα χαράματα όλοι ήταν στο πόδι. Ήταν η πιο σπουδαία μέρα του χρόνου. Ούτε το Πάσχα δεν γιορτάζονταν έτσι, γιατί δεν το επέτρεπαν οι συνθήκες στους ταλαιπωρημένους κτηνοτρόφους. Οι καμπάνες συνόδευαν ως ουράνια μουσική υπόκρουση τη χαρά που ήταν παντού διάχυτη και την ένιωθες με όλες σου τις αισθήσεις. Την έβλεπες, την άκουγες, την οσμιζώσουν, την άγγιζες, τη διαισθανόσουν. Μόνο οι πολύ γέροι έμεναν στο σπίτι. Όλοι οι άλλοι ξεχύνονταν στους δρόμους προς την εκκλησία. Η ατμόσφαιρα πανηγυρική. Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι αυτή τη μέρα δεν ένιωθες να αιωρείται στην ατμόσφαιρα γύρω σου μια θρησκευτική κατάνυξη, αλλά μια χαρά ζωής και διάθεση για ξεφάντωμα. Τα θρησκευτικά καθήκοντα όμως όλοι τα εκτελούσαν στο ακέραιο. Άλλο το ένα κι άλλο το άλλο. Έτσι μετά την πανηγυρική λειτουργία, όλο το πλήθος των πιστών συγκεντρωνόταν στην πλατεία. Ο καιρός συνήθως ήταν ζεστός και ο τεράστιος πλάτανος πρόσφερε θαυμάσιες υπηρεσίες με τα πυκνά του φυλλώματα. Στην πλατεία θα έβγαζαν σε λίγο την εικόνα της Αγ. Παρασκευής σε λαϊκό προσκύνημα, θα «σήκωναν» την εικόνα όπως έλεγαν οι ντόπιοι. Ήταν μεγάλη τιμή και ευλογία γι’ αυτόν που θ’ αξιώνονταν να κρατήσει στα χέρια του την εικόνα. Πώς θα γινόταν όμως η επιλογή; Μα με δημοπρασία. Για τους ξένους που δεν είναι εξοικειωμένοι με το έθιμο ίσως φανεί παράξενο, αλλά για τους ντόπιους ήταν πολύ φυσικό και αναγκαίο βέβαια. Οι άνθρωποι που αποφάσιζαν να σηκώσουν την εικόνα συνήθως εκτελούσαν ένα τάμα που είχε δρομολογηθεί από νωρίτερα. Άλλος ερχόταν από την Αμερική μετά από χρόνια κι ήθελε να ευχαριστήσει την Αγ. Παρασκευή που τον αξίωσε, άλλος είχε μια περιπέτεια ζωής και πολλά άλλα. Όποιος έδινε τα περισσότερα λοιπόν, έπαιρνε την εικόνα. Δεν είχε πάντως οπωσδήποτε την έννοια της προβολής του πλούτου αυτή η χειρονομία. Αφού ανακοινώνονταν οι προσφορές, που δίνονταν προφορικά και δημόσια στην πλατεία, κατακυρώνονταν η εικόνα στον πλειοδότη. Είπα παραπάνω πως ήταν και αναγκαίο αυτό που γινόταν. Ήταν λοιπόν, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο συγκέντρωνε η εκκλησία κάποιο υπολογίσιμο ποσό, απαραίτητο για τη συντήρησή της. Αυτά τα χρήματα πήγαιναν εξ’ ολοκλήρου στην εκκλησία. Η λέξη αδιαφάνεια ήταν άγνωστη. Εξ’ άλλου είπαμε: η Αγ. Παρασκευή δεν ήταν μόνο ο καλός άγγελος που τους προστάτευε κάτω από τα φτερά του, αλλά και ο αυστηρός κηδεμόνας που δε θα δίσταζε να τιμωρήσει κάθε εκτροπή τους από τον ορθό δρόμο. Αυτά τα χρήματα λοιπόν ήταν ιερά και έπρεπε να τα προστατεύσουν και να τα αποδώσουν εκεί που ανήκαν, στην Αγία. Εδώ θα αναφέρω ένα περιστατικό παλιό για να δείτε πόσο δικά τους τα θεωρούσαν και πόσο τα υπερασπίζονταν για χάρη της δικής τους επίσης Αγίας Παρασκευής. Όταν κάποτε έγιναν οι δρόμοι εδώ πάνω στα χωριά και ήρθε το αυτοκίνητο, – γιατί παλιά ερχόμασταν με τα άλογα –, προγραμμάτισε επίσκεψη και ο δεσπότης των Τρικάλων μια χρονιά. Η πρώτη φορά ίσως που επισκεπτόταν το χωριό δεσπότης στο πανηγύρι. Ως γνωστόν η μητρόπολη εισπράττει ένα μέρος από τα έσοδα των εκκλησιών, αλλά οι ορεινοί κάτοικοι της Τζούρτζιας δεν ήταν διατεθειμένοι να του παραχωρήσουν τίποτα από τα χρήματα της δημοπρασίας της εικόνας. Εκείνη την ημέρα λοιπόν άρχισε μια συνωμοτική δημοπρασία. Άλλος απασχολούσε τον Δεσπότη κι άλλος στην πλατεία χαμηλόφωνα έπαιρνε και ανακοίνωνε τις προσφορές. Ελληνικά δεν άκουγες. Όλη η διαδικασία διεκπεραιώνονταν στα βλάχικα «κάρι βα σκουάλ μάια;» ρωτούσε ο επίτροπος. «Ιό ντάου τρέι» ο ένας, «Ίό ντάου πάτρου» ο άλλος και πάει λέγοντας (σε μετάφραση: Ποιος θα σηκώσει τη γριά; Εγώ δίνω τρία, εγώ δίνω τέσσερα κλπ). Έτσι γλίτωσαν το δεσποτικό χαράτσι. Τελικά έβγαζαν πανηγυρικά την εικόνα στην πλατεία – ο πλειοδότης δηλαδή – κάτω από τυμπανοκρουσίες και ψαλμωδίες, την ασπάζονταν με σεβασμό όλοι οι χωριανοί και τη συνόδευαν και πάλι πίσω στην εκκλησία. Οι ευχές και τα «χρόνια πολλά» έδιναν κι έπαιρναν. Τελείωναν έτσι οι διαδικασίες της πρώτης ημέρας και κυρίως το θρησκευτικό μέρος του πανηγυριού. Το απόγευμα δεν υπήρχαν εκδηλώσεις επίσημες. Κάποια ανεπίσημα και προαιρετικά γλέντια από τους άντρες μόνο. Το παρασκήνιο για επικείμενους αρραβώνες συνεχίζεται και εντείνεται. Έτσι τελειώνει η πρώτη μέρα χαρακτήρος κυρίως θρησκευτικού και προπαρασκευαστικού για τις επόμενες δύο που αποτελούν το κατ’ εξοχήν κοσμικό μέρος του πανηγυριού.

Πατινάδα ( παρέα) για κοινοτικό χορό Τζούρτζια – δεκαετία 1960

Η δεύτερη μέρα, 27 Ιουλίου, συμπίπτει με τη γιορτή του Αγ. Παντελεήμονος. Μετά το τέλος της λειτουργίας ο κόσμος συγκεντρωνόταν και πάλι στην πλατεία για να τιμήσουν αυτή τη φορά τους νεκρούς των πολέμων, που τα ονόματά τους είχαν αναγραφεί στη μαρμάρινη στήλη του μνημείου των πεσόντων. Αυτό το μνημόσυνο το έχει αναλάβει και συνεχίζει να το τελεί με πρωτοβουλία της η ΦΑΤΑ. Η ατμόσφαιρα τώρα ήταν βαριά, γιατί υπήρχαν πρόσφατοι νεκροί, από τους τελευταίους πολέμους, και στο άκουσμα των ονομάτων τους ξεσπούσαν λυγμοί και κλάματα. Είναι όμως τα παραπάνω ένα δείγμα της κοινωνικής οργάνωσης και των προτεραιοτήτων της κοινότητας που πριν αρχίσουν οι χοροί και τα γλέντια επιθυμούσε να έχει τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις της και απέναντι σ’ αυτούς που δεν κατάφεραν να είναι παρόντες στη χαρά του πανηγυριού γιατί έβαλαν πάνω από το ίδιον όφελος, το κοινό καλό και το χρέος προς την πατρίδα.

Ένα έθιμο που δεν πρέπει να παραλείψουμε αλλά να αναφερθούμε και στην αναγκαιότητά του ήταν η δημιουργία ομίλων από νέους φουστανελοφόρους, οι γνωστές και περίφημες «παρέες». Επειδή, όπως προαναφέραμε, τα κορίτσια δεν πολυέβγαιναν και δεν είχαν ιδιαίτερες ευκαιρίες επομένως να γνωριστούν οι νέοι μεταξύ τους, γι’ αυτό υπήρχε στο πανηγύρι η πρόβλεψη μιας τέτοιας επαφής μέσα βέβαια από τα έθιμα πάντα που εξυπηρετούσαν βασικές ανάγκες της κοινωνικής ζωής. Οι παρέες λοιπόν των νέων με τη συνοδεία των οργανοπαιχτών γύριζαν από σπίτι σε σπίτι όπου χόρευαν τόσο οι νεαροί της παρέας όσο και τα μέλη της οικογένειας. Τα παλαιότερα χρόνια οι παρέες επισκέπτονταν μόνο σπίτια όπου υπήρχαν υποψήφιες κοπέλες και τα επισκέπτονταν με τη συγκατάθεση και σχεδόν την πρόσκληση του οικοδεσπότη, διότι μόνο ένα συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο μιας υποψήφιας κοπέλας συμμετέχοντας στην παρέα μπορούσε να ζητήσει να επισκεφθούν το σπίτι της. Να γιατί έπρεπε και οι ξενιτεμένοι να επιστρέφουν στην πατρίδα τους τις μέρες του πανηγυριού. Έπρεπε με την παρουσία τους να στηρίξουν τις κόρες, τις αδελφές, τις εξαδέλφες τους. Δεν λειτουργούσε διαφορετικά το σύστημα. Μια κοπέλα χωρίς ισχυρούς άνδρες γύρω της ήταν σε πολύ δύσκολη διαπραγματευτική θέση. Οι άνδρες αποτελούσαν οικονομικό, κοινωνικό, ηθικό στήριγμα υπολογίσιμο για μάνες, αδελφές και κόρες.

Κοινοτικός χορός γυναικών Τζούρτζια – 1937

Πριν ακόμα δύσει ο ήλιος, οι παρέες άφηναν τις επισκέψεις στα σπίτια – όσα δεν προλάβαιναν, θα τα επισκέπτονταν την επόμενη μέρα – και κατευθύνονταν στην πλατεία όπου σχηματίζονταν οι πρώτοι χοροί. Από άνδρες. Στο τέλος του ανδρικού χορού πιάνονταν σιγά-σιγά και οι γυναίκες. Οι άνδρες στη συνέχεια αποσύρονταν και έμεναν να χορεύουν μόνο γυναίκες, μπροστά οι παντρεμένες και πιο πίσω οι ανύπαντρες. Σε παλαιότερες εποχές οι κοπέλες απ’ τις πόλεις (Τρίκαλα, Αθήνα) σχημάτιζαν διαφορετικό χορό απ’ τις κοπέλες των κτηνοτροφικών οικογενειών. Τότε η διαφορά των κτηνοτρόφων απ’ τους κατοίκους των πόλεων ήταν πολύ εμφανής. Αργότερα αυτές οι διαφοροποιήσεις αμβλύνθηκαν.

Ο χορός ήταν το μέσον της προβολής των ιδιαίτερων χαρισμάτων των νέων κυρίως. Η ομορφιά, η δεξιοτεχνία, η χάρη, η λεβεντιά μέσα από τον χορό αποτελούσαν δημόσιο θέαμα και μπορούσε ο καθένας να τα θαυμάσει και να κάνει κατ’ επέκταση τις επιλογές του. Βέβαια δεν είχαν τα δυο φύλα τις ίδιες δυνατότητες. Οι άνδρες πήγαιναν στο πανηγύρι για να επιλέξουν και οι κοπέλες για να επιλεγούν. Τις αποφάσεις για τη δική τους ζωή τις έπαιρναν οι άνδρες της οικογένειας.

Ο καθένας που έσερνε πρώτος το χορό παράγγελνε στα όργανα το τραγούδι που επιθυμούσε να χορέψει. Είναι βέβαια και φορές που τα όργανα γνώριζαν από μόνα τους ποιο τραγούδι ταιριάζει σε κάποιον, γιατί αν και δεν ήταν Τζουρτζιώτες οι οργανοπαίχτες, όμως ήταν οι μόνιμοι διασκεδαστές του χωριού και αυτοί «έβγαζαν πέρα» κατά τη λαϊκή έκφραση όλα τα κοινωνικά γεγονότα, γάμους, αρραβώνες, γιορτές, νεανικά γλέντια και πανηγύρια. Γνώριζαν λοιπόν πολύ καλά τους κατοίκους, ήταν πληροφορημένοι για την κατάσταση, τους καημούς, τα μεράκια και τους κρυφούς πόθους του καθενός και με περισσή ευστοχία, χωρίς παραγγελιά, του ‘παιζαν το κατάλληλο τραγούδι. Δεν έπαιζαν λ.χ. σε μια κοντούλα το «δε μπόρεσα βρε νταϊλιάνα μου να βρω καμιά σαν τη δική σου τη λεβεντιά». Θα ήταν ύβρις και ειρωνεία. Όταν χόρευαν όλοι με τη σειρά μπροστά, ο χορός τελείωνε και διαλύονταν.

Τα έσοδα των οργανοπαιχτών προέρχονταν από τα κεράσματα. Οι φίλοι και οι συγγενείς κερνούσαν (χρήματα) προς τιμήν αυτού που έσερνε πρώτος τον χορό. Οι οργανοπαίχτες αποτελούσαν έναν πολύ ουσιαστικό και βέβαια απολύτως απαραίτητο παράγοντα του πανηγυριού. Μπορεί κανείς μας να φανταστεί ελληνικό παραδοσιακό πανηγύρι χωρίς όργανα; Η Τζούρτζια δεν διέθετε δικούς της οργανοπαίχτες. Στα πανηγύρια έρχονταν κομπανίες από διπλανά χωριά. Οι άνθρωποι τούς αγαπούσαν ιδιαίτερα, γιατί σε μια εποχή που δεν υπήρχε κανένας άλλος τρόπος να ακούσεις μουσική, ούτε ραδιόφωνο, ούτε πικάπ, η μόνη μουσική που έτερπε και διασκέδαζε τους ανθρώπους ήταν η ζωντανή των οργανοπαιχτών. Αυτοί διέθεταν ένα έμφυτο χάρισμα και ταλέντο και συχνά γενιές ολόκληρες της ίδιας οικογένειας ασχολούνταν με τη μουσική. Μη φαντασθείτε νότες, δασκάλους και ωδεία βέβαια.

Σαν τέλειωνε ο μεγάλος χορός στο κέντρο της πλατείας, έπαιρναν όλοι θέση στα μαγαζιά – πέντε λειτουργούσαν – και με τα όργανα πάλι έτρωγαν, διασκέδαζαν και χόρευαν ως τις πρώτες πρωινές ώρες. Τίποτα νεαροί μερακλήδες μπορεί και να ξημέρωναν τραγουδώντας. Την επόμενη μέρα, στις 28 Ιουλίου επαναλαμβανόταν η ίδια διαδικασία με τις παρέες, τους χορούς και τα γλέντια στην πλατεία. Εδώ πρέπει να αναφερθώ και σε μια άλλη λεπτομέρεια. Στο μνημείο των Ηρώων, που βρίσκεται στην πλατεία, όλες αυτές τις ημέρες κυμάτιζαν οι σημαίες της Αγ. Παρασκευής, της ΦΑΤΑ και η ελληνική. Την Τρίτη ημέρα όμως, την ώρα που έδυε ο ήλιος σταματούσαν τα πάντα, χοροί, κουβέντες, όργανα. Όλος ο κόσμος σηκωνόταν και σε στάση προσοχής τιμούσε τη Σημαία που εκείνη την ώρα γινόταν η υποστολή της υπό τους ήχους του εθνικού μας ύμνου, που ελλείψει μπάντας τον έπαιζε ο πιο έμπειρος κλαριτζής. Το γλέντι συνεχιζόταν κατόπιν ως αργά το βράδυ, οπότε και έληγε το ωραίο αυτό τριήμερο του πανηγυριού.

Έτσι κάπως διαδραματίζονταν τα γεγονότα αυτές τις κορυφαίες ημέρες και πολύ συχνά τελείωναν με την αναγγελία αρραβώνων που καμιά φορά ενσωματώνονταν και αυτοί στο πανηγύρι.

Σήμερα έχουν αλλάξει οι διαδικασίες και δεν τηρείται βέβαια τόσο αυστηρά το πρωτόκολλο του πανηγυριού. Φυσικό είναι. Σήμερα οι άνθρωποι έχουν χορτάσει και από μουσικές και από γλέντια. Παρόλα αυτά το πανηγύρι ακόμη τους σαγηνεύει και φέρνει κοντά φίλους και συγγενείς. Ίσως άλλαξε κάπως η αποστολή του, η θέση που κατείχε στη ζωή εκείνων των ανθρώπων, οι οποίοι, όπως είδαμε το ονειρεύονταν έναν ολόκληρο χρόνο και αυτό το όνειρο γλύκαινε και την πίκρα του αβάσταχτου σκληρού χειμώνα των κτηνοτρόφων και την πίκρα της ξενιτιάς και θέριευε τον πόθο τους να ανηφορίσουν με τα πρώτα ζεστά μηνύματα της άνοιξης κατά τα βουνά, να αντικρύσουν το σπίτι τους, να το ξαναγεμίσουν ζωή, να βάλουν τα καλά τους, να ζητήσουν την προστασία της Αγίας τους, να γίνει για λίγους μήνες η ζωή τους ανθρώπινη για να έχουν το κουράγιο να παλέψουν τους επόμενους δύσκολους μήνες που θα ακολουθήσουν. Κι έτσι κυλούσε η ζωή των ανθρώπων κατά θέρη χαρούμενα και κατά χειμώνες δύσκολους και σκληρούς.

Μάιος 2007
Μαρία Ταμπακιώτη – Σίμου
Φιλόλογος