Το πανηγύρι της Αγ. Μαρίνας Τζούρτζιας στην δεκαετία του 1960.

Το πανηγύρι της Αγ. Μαρίνας Τζούρτζιας στην δεκαετία του 1960.

Γιώργος Λαιάκης 

 

 

Η 17η Ιουλίου είναι μία ξεχωριστή ημέρα για την Τζούρτζια. Είναι η ημέρα εορτής της Αγίας Μαρίνας, της προστάτιδας της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας του χωριού (Φ.Α.Τ.Α.) και πανηγυρίζει το εξωκκλήσι που είναι αφιερωμένο στην Αγία, χτισμένο σε υψόμετρο 1450 μ., σε ένα μικρό πλάτωμα που διακόπτει την απότομη πλαγιά από την κορυφή Παλέντζι μέχρι την βαθιά κοιλάδα του Τζουρτζιώτικου ρεύματος στις θέσεις Λαύρι και Ζγκόου. Η θέση που βρίσκεται ο ναός, προσφέρει στον παρατηρητή μία πανοραμική θέα του ορεινού όγκου της νότιας Πίνδου, που περικλείεται από την κορυφογραμμή που αρχίζει από την Κουρούνα στα ανατολικά, συνεχίζει στη Λέορδα, τα Κριθάρια, τους Πέντε Πύργους, την κορυφή Κακαρδίτσα και καταλήγει στην κορυφή Παλέντζι στα νότια, περικλείοντας το Λάκωμα, τους ορεινούς βοσκότοπους του χωριού Πλάκα, Στουρνάρι, Σαλατούρα και Ρέντα, την καταπράσινη πλαγιά της Πάντης, το ελατοδάσος του Παλιοσεγκέτρου και τις απόκρημνες πλαγιές της κορυφής Παλέντζι, που τα «Τσουγκάνια» τουςαναδύουν νωρίς το καλοκαίρι το υπέροχο άρωμα του βουνήσιου τσαγιού που υπάρχει εδώ αυτοφυές σε μεγάλες ποσότητες. Από αυτή τη θέση τα μάτια ξεκουράζονται, η ψυχή αγαλλιάζει, το σώμα ηρεμεί, η καρδιά αναζωογονείται και η σκέψη τρέχει σε δρόμους ευτυχίας, αφήνοντας ξωπίσω καθημερινά προβλήματα, ανθρώπινες αγωνίες, ουτοπικές διεκδικήσεις, μικρές και μεγάλες αποτυχίες, εφήμερες επιτυχίες και ανταγωνισμούς. Εδώ η ζωή συναντάει τη ζωή, ο εαυτός τον εαυτό και η ψυχή την αιωνιότητα.
Ο ιερός ναός της Αγίας Μαρίνας ανεγέρθηκε από την Φ.Α.Τ.Α. το 1902. Είναι εκκλησία μονόκλιτη, βασιλικού ρυθμού, με τετράκλινη στέγη, με δύο εισόδους, δυτικά και νότια. Το κτίσμα του ναού κατέρρευσε σχεδόν ολοσχερώς από ισχυρό σεισμό που σημειώθηκε στην περιοχή την 1η Μαϊου 1967 και το ίδιο έτος κτίστηκε πάλι εκ θεμελίων όπως είναι σήμερα, με κάποιες μεταγενέστερες προσθήκες όπως πλάκες στην οροφή και ξύλινο χαγιάτι στη νότια πλευρά.
Ο επίπεδος χώρος γύρω από την εκκλησία είναι γεμάτος από ψηλά δέντρα (κερασιές, οξυές, δρύς, φτελιάδες) που δημιουργούν μία υπέροχη πυκνή σκιά, ενώ το έδαφος με την πράσινη νωπή φυσική του επένδυση, στολισμένη με τα πολλά μενεξεδιά κροκάκια, προσφέρει έναν υπέροχο χώρο αναψυχής όπου κάθονται οι προσκυνητές για να φάνε και να χορέψουν.
Στα ριζά της απέναντι από την εκκλησία πλαγιάς, υπάρχει φυσική πηγή που ονομάζεται «Τζούρτζανο» που εξασφαλίζει φρέσκο και δροσερό νερό στους προσκυνητές.
Το απόγευμα της παραμονής της εορτής, φεύγουν από το χωριό για την Αγία Μαρίνα ο παππάς με τον ψάλτη που πρέπει να ψάλλουν τον εσπερινό, οι ασχολούμενοι με τις ετοιμασίες για την παρασκευή του φαγητού, οι λεγομενοι «μάγειροι» και αρκετοί χωριανοί, κατά πλειοψηφία γυναικόπαιδα που κοιμηθούν το βράδυ στην εκκλησία για να «πιάσουν» κάποια «ταξίματα» που είχαν κάνει στην Αγία και να πάρουν την ευλογία και την φύλαξή της.
Ο διαχειριστής της εκκλησίας, που είναι η αδελφότητα (Φ.Α.Τ.Α.), προσφέρει την ημέρα της εορτής φαγητό σε όλους τους προσκυνητές. Αν η ημέρα της εορτής δεν είναι ημέρα νηστείας, δηλαδή Τετάρτη ή Παρασκευή, προσφέρεται κρέας ενώ αν είναι ημέρα νηστείας, προσφέρεται φαγητό χωρίς κρέας, συνήθως φασολάδα. Το κρέας είναι από πρόβατα και αρνιά που προσφέρουν οι τσελιγκάδες του χωριού από τα κοπάδια τους. Η μετάβαση γίνεται από το μονοπάτι που διασχίζει το πυκνό δάσος της πλαγιάς επάνω από το χωριό και μέχρι την θέση που βρίσκεται το εξωκκλήσι. Αλλοι πεζοπορούντες και άλλοι καβάλα σε μουλάρια– το βασικό και πλέον αποτελεσματικό μεταφορικό μέσο στο χωριό – που μεταφέρουν και τα απαραίτητα εφόδια για την αυριανή γιορτή, σχηματίζουν ένα είδος πομπής που μετά μίας περίπου ώρας διαδρομή, από το μονοπάτι που διασχίζει το πυκνό δάσος, τις Κρανιές όπως ονομάζεται, φτάνει στον προορισμό της. Ο χώρος που είναι εγκαταλλειμμένος από την περυσινή γιορτή, χρειάζεται καθαρισμό και τακτοποίηση. Ο παππάς με τον ψάλτη ετοιμάζουν τα της εκκλησίας ώστε να είναι όλα έτοιμα για την τέλεση του αποψινού εσπερινού αλλά και της αυριανής λειτουργίας. Όλοι οι χώροι μέσα και έξω από την εκκλησία πρέπει να καθαριστούν και αναλαμβάνουν αποκλειστικά οι γυναίκες. Οι «μάγειροι» ετοιμάζουν το χώρο που χρησιμοποιείται σαν μαγειρείο, θα πλύνουν τα καζάνια, θα μαζέψουν ξύλα από το δάσος για την φωτιά και θα ετοιμάσουν τα προς μαγείρεμα φαγητά. Αφού τελειώσει ο εσπερινός, οι γυναίκες στρώνουν στο δάπεδο μέσα στην εκκλησία τις κουβέρτες που έχουν φέρει μαζί τους για να δημιουργήσουν τους χώρους της νυχτερινής κατάκλισης. Είναι η λεγόμενη «στρωματσάδα». Κάποιοι τολμηρότεροι θα αποφασίσουν να κοιμηθούν στον εξωτερικό χώρο, αψηφώντας και τον φυσικό κίνδυνο από ζώα αλλά τις καιρικές συνθήκες – σε αυτό το υψόμετρο η θερμοκρασία τη νύχτα κατεβαίνει αισθητά και το κρύο είναι αισθητό – αλλά μία φλοκάτη κουβέρτα δίνει τη λύση. Η δύση του ήλιου «ματώνει» το τοπίο στην κορυφογραμμή της Πίνδου που διαγράφεται σκούρα και επιβλητική λίγο πριν χαθεί στο σκοτάδι.
Στο εσωτερικό της εκκλησίας τα αναμμένα κεριά και καντήλια δημιουργούν μία κατανυκτική ατμόσφαιρα, φωτίζοντας τα πρόσωπα των προσκυνητών, αναδίδοντας στον κλειστό χώρο την χαρακτηριστική και ευχάριστη οσμή του γνήσιου κεριού και του καιόμενου λαδιού που αναμιγνύονται με την νυχτερινή ψύχρα που μπαίνει από το μισάνοιχτο παράθυρο και δημιουργούν μία ζεστή ατμόσφαιρα χωριάτικης θαλπωρής για τον νυχτερινό ύπνο.
Ξημέρωσε η μέρα της μεγάλης γιορτής. Ο ήλιος έχοντας αρχίσει για μία ακόμη μέρα τηναπαράβατα ίδια ημερήσια πορεία του στο ουρανό, ετοιμάζεται ναξεπροβάλλει από την φαλακρή κορυφή του Κάπ Γκράς. Σε όλα τα σπίτια έχουν γίνει από βραδύς και ολοκληρώνονται με το πρωϊνό ξύπνημα, οι ετοιμασίες για την μετάβαση στο πανηγύρι. Εχουν μαζευτεί και τοποθετηθεί στους μάλλινους καρώ ή γραμμωτούςτρουβάδες, όλα τα απαραίτηταεφόδια. Μία κουβέρτα που θα στρωθεί στο έδαφος, ένα τραπεζομάντηλο για να δεχτεί τα φαγώσιμα, τα συνοδευτικά του κυρίως φαγητού που θα προσφερθεί από την εκκλησία όπως σκόρδο, κρεμμύδι, τυρί, γιαούρτι, πίτα ενός ή και περισσοτέρων ειδώνκαι το απαραίτητο ποτό, κρασί ή τσίπουρο.Με τους τρουβάδες στους ώμους, οι προσκυνητές αρχίζουν να κινούνται από όλα τα σημεία του χωριού προς τον επάνω Μαχαλά και αφήνοντας τα τελευταία σπίτια του χωριού πίσω τους, ακολουθούν το μονοπάτι που περνάει από το Σέμνου, το Στρισόρου και από εκεί εισέρχεται στο πυκνό ελατοδάσος, τις Κρανιές. Μία ανθρώπινη τεθλασμένη μυρμηγκιά κινείται αργά, σταθερά, ευλαβικά και υπομονετικά στην ανάβαση προς τον τόπο εκπλήρωσης του εκούσιουθρησκευτικούκαθήκοντος. Οι άντρες υποστηρίζουν το περπάτημα στα δύσκολα σημεία με την γκλίτσα, απαραίτητο ανδρικό αξεσουάρ σε κάθε έξοδο από το σπίτι, ενώ οι νέοι κρατούν κρανόβεργες που τις έχουν «κεντήσει»με μεγάλη υπομονή, κόβοντας επιδέξια την φλούδα ώστε να εμφανίζεται κάποιο καλλιτεχνικό, δικής τους έμπνευσης σχέδιο, του σκούρου χρώματος φλοιού στην αντίθεση του άσπρου αποφλοιωμένου κορμού.
Η είσοδος των προσκυνητών στο πυκνό δάσος μετά το Στρισόρου, κάνει την πεζοπορία λιγότερο δύσκολη όχι γιατί σταματάει ο ανήφορος που απεναντίας αρχίζει να παίρνει όλο και μεγαλύτερη κλίση, αλλά γιατί ο πυκνός ίσκιος εξαφανίζει την μανιώδη και συνεχή επίθεση του καυτού ήλιου και σε συνδυασμό με την πρωϊνή δροσιά του υγρού εδάφους και τις ευχάριστες μυρωδιές των νοτισμένων από την δροσιά δέντρων, δημιουργούν μία ατμόσφαιρα ιδανικών συνθηκών για πρωϊνή σωματική άσκηση και ευεξία.
Κάποιοι θα κάνουν μικρή στάση για «μία ανάσα» ξεκούρασης και κάποιοι «θεριακλήδες» για «ένα τσιγάρο». Το μονοπάτι αρχίζει τώρα να γίνεται πολύ ανηφορικό και σε λίγο βγάζει σε ένα μικρό ξέφωτο που ονομάζεται στη βλάχικη γλώσσα «κιάτρα ντι λα φανό» που σημαίνει «πέτρα του φανού». Η ονομασία προέρχεται από το γεγονός ότι υπάρχει ενας βράχος στη θέση αυτή η οποία προσφέρει πανορανική θέα όλης της κορυφογραμμής από την Κουρούνα μέχρι την Κακαρδίτσα και δίνει «πιάτο» την περιοχή με τα Τζουρτζιώτικα βοσκοτόπια και το Λάκωμα. Η θέση αυτή βρίσκεται στην άκρη της απότομης πλαγιάς που κατεβαίνει από την θέση που είναι κτισμένη η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, μέχρι το Ζγκόου.
Εδώ γίνεται η τελευταία στάση των προσκυνητών, πριν από την τελευταία, μικρή αλλά πιο δύσκολη προσπάθεια αφού τα μερικά εκατοντάδες ακόμη μέτρα μέχρι την εκκλησία απαιτούν μία μάλλον ήπια αναρρίχηση παρά περπάτημα. Και επιτέλους η πεζοπορία τελειώνει με την είσοδο των πεζοπόρων προσκυνητών στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας από την βόρεια πλευρά. Κατευθύνονται όλοι πρώτα στον μεγάλο και ισόπεδο χώρο του προαυλίου πουπροσφέρει ιδανική σκιά παραμονής από τα πολλά και ψηλά δέντρα. Ένα παράξενο αλλά και χαρακτηριστικό γεγονός συμβαίνει πάντα αυτή την ημέρα εδώ, που δείχνει την αγάπη και την αφοσίωση των βλάχων προς τα έθιμα της φυλής τους. Οι παρέες των προσκυνητών που φτάνουν και κατευθύνονται στην κατάληψη κάποιου μέρους εδάφους για κατάλυση στον προαύλιο χώρο, δεν καταλαμβάνουν οποιονδήποτε ελεύθερο χώρο βρούν αλλά έναν συγκεκριμένο χώρο που προορίζεται πάντα για την συγκεκριμένη οικογένεια. Ετσι καταλύουν κατά οικογένειες, τηρώντας απαράβατα την άτυπη αλλά απόλυτα σεβαστή και ουδέποτε παραβιαζομένη από κανέναν παράδοση.Στρώνουν όλοι τα «λημέρια» τους επάνω στο δροσερό καταπράσινο χορτάρι και τα πολλά όμορφα λιλά κροκάκια πουη παρουσία τους πάντα αυτή την εποχή στο μέρος αυτό, είναι η προσφορά της φύσης στην «Χάρη» της Αγίας για τον εορταστικό στολισμό του χώρου. Αφού ακουμπήσουν τα πράγματα και αφού πάρουν μερικές ανάσες από τον αραιό αλλά γεμάτο καθαρό οξυγόνο του υψομέτρου δροσερό αέρα, αρχίζουν να κατευθύνονται προς την εκκλησία όπου έχει αρχίσει από πολύ πρωϊ η Θεία Λειτουργία. Η ακοή ηδονίζεται από τον συνδυασμό του θροϊσματος των φύλλων από το ελαφρό αεράκι με την γλυκιά ψαλμωδία που βγαίνει από την εκκλησία ενώ η όσφρηση ευφραίνεται απο έναν άλλο συνδυασμό, εκείνου από το λιβάνι και του γνήσιου κεριού με την μυρωδιά του φαγητού που βρίσκεται σε προχωρημένη φάση ετοιμότητας στο χώρο των μαγειρείων.
Τα παιδιά αφού προσκυνήσουν, εξορμούν στην απέναντι πλαγιά για παιχνίδι, κυνήγι πουλιών με τις αυτοσχέδιες σφεντόνες ή έρευνα για εξεύρεση κάποιας καλής και ίσιας κρανόβεργας για κέντημα. Αρκετοί από τους άντρες μετά το προσκύνημα, εξέρχονται της εκκλησίας και συνομιλούν κατά μικρές ή μεγάλες ομάδες στον προαύλιο χώρο. Αλλωστε ο εσωτερικός χώρος της εκκλησίας δεν είναι ικανός να χωρέσει όλους τους προσκυνητές.
Σε λίγο αρχίζει η «δημοπρασία» για την εικόνα. Όχι φυσικά για πώλησή της, αλλά για την κράτησή της στη διαδικασία της εξόδου από την εκκλησία για την καθιερωμένη αρτοκλασία που γίνεται στον υπαίθριο προαύλιο χώρο, κάτι που αντικαθιστά την γνωστή διαδικασία της λιτανείας σε ενοριακές εκκλησίες. Ενας χωριανός αρχίζει να φωνάζει καλώντας του προσκυνητές να προσφέρουν χρήματα. Ανακοινώνει, πάντα μεγαλοφώνως, την κάθε προσφορά που δέχεται καλώντας σε επαύξηση του ποσού. Όταν η προσφορά φτάσει σε κάποιο ποσό για το οποίο δεν υπάρχει επόμενη να το υπερκαλύψει, ανακοινώνει το τέλος της δημοπρασίας. Ο «νικητής» της δημοπρασίας ή κάποιοι δικοί του, θα κρατήσουν την εικόνα κατά την έξοδό της και σε όλη τη διάρκεια της τελετής μέχρι να επιστρέψει πάλι μέσα στην εκκλησία. Ένα άσχημο έθιμο που δεν γνωρίζω πότε και πώς καθιερώθηκε, το οποίο δέχεται ότι όποιος δώσει περισσότερα χρήματα και κρατήσει την εικόνα, θα πάρει περισσότερη και καλύτερη χάρη από την Αγία Μαρίνα από τους άλλους προσκυνητές που παρευρίσκονται στον εορτασμό της. Εκτός του γεγονότος ότι δίνει και μία χροιά αγοραπωλησίας, δηλαδή του μέγιστου δυνατού οικονομικού οφέλους για την εκκλησία. Φυσικά και έχει ανάγκη χρημάτων η εκκλησία για να λειτουργεί, αλλά αυτό επαφίεται στην διάθεση των προσκυνητών να συμβάλλουν κατά την οικονομική δυνατότητα εκάστου. Θυμάμαι μάλιστα ότι για πολλά χρόνια, ο χωριανός που διενεργούσε την δημοπρασία καλώντας με δυνατή φωνή τους ενδιαφερομένους, ήταν πάντα ο ίδιος. Μία χρονιά μάλιστα την πανήγυρι τιμούσε με την παρουσία του ο Μητροπολίτης της περιοχής και επειδή έπρεπε να αποκρυβεί από αυτόν το γεγονός της δημοπρασίας που ήταν παράνομο και έξω από τα εκκλησιαστικά ήθη, αλλά όχι και ….να μην γίνει, το κάλεσμα των ενδιαφερομένων και η ενημέρωση για τις προσφορές έγινα και τον συνήθη τρόπο αλλά στην ….βλάχικη γλώσσα, την οποία ο μητροπολίτης δεν εγνώριζε.
Σε λίγο αρχίζει το τελετουργικό της συνέχειας της λειτουργίας και της αρτοκλασίας στον εξωτερικό προαύλιο χώρο με την έξοδο από την εκκλησία. Προηγούνται παιδιά κρατώντας τα εξαπτέρυγα, ακολουθεί η εικόνα βασταζόμενη από μέλη της οικογένειας του νικητή της δημοπρασίας και έπεται ο εφημέριος με το θυμιατό στα χέρια, δίπλα ο ψάλτηςκαι ακολουθούν οι πιστοί. Η εικόνα τοποθετείται επάνω σε ένα πέτρινο βωμό που έχει χτιστεί στον προαύλιο χώρο για αυτόν ακριβώς τον σκοπό και τα υπόλοιπα αντικείμενα της τελετής σε ξύλινα τραπέζια της εκκλησίας που τοποθετούνται δίπλα από τον βωμό.
Αρχίζει η λειτουργία με τους προσκυνητές να έχουν καταλάβει τον χώρο γύρω από τον βωμό, δημιουργώντας εικόνα μελισσιού συσσωρευμένου γύρω από την κυψέλη του. Οι ομιλίες σταματούν και δίνουν τη θέση τους στην ψαλμωδία που ακούγεται σαν εκπληκτική πολυφωνική συναυλία, ανακατεμμένη με τον ήχο του αέρα που φυσάει στα δέντρα και τα κελαηδίσματα των πουλιών. Μερικά παιδιά συνεχίζουν να παίζουν στην απέναντι πλαγιά. Σε λίγο ακούγεται το «πλούσιοι επτώχευσαν» με την ευλογία να μεταδίδεται στους πιστούς δι’ επαφής, ακουμπώντας καθένας με το χέρι του στον ώμο του ευρισκόμενου μπροστά του, με την επαφή να φτάνει μέχρι τους πρώτους που έχουν άμεση πρόσβαση επαφής στον δίσκο με τους υπό ευλογία άρτους. Ετσι η ευλογία και η χάρη της Αγίας μεταφέρεταιεξ ίσου σε όλους τους προσκυνητές. Ολοκληρώνεται η λειτουργία και αρχίζει το προσκύνημα της εικόνας, με τους πιστούς να παρατάσσονται σε σειρά και να περνούν με τάξη, ήσυχία και ευλαβικότητα μπροστά από την εικόνα, να την προσκυνούν, να παίρνουν στη συνέχεια αντίδωρο από το χέρι του παππά και να ρίχνουν και τον οβολό τους σε έναν δίσκο που βρίσκεται εκεί. Παραμένουν όλοι στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία της προσκύνησης της εικόνας από όλους του πιστούς. Μαζεμένοι σε μικρές ή και μεγαλύτερες ομάδες, οικογενειακές, συγγενικές, φιλικές ή και …μικτές, ανταλλάσουν ευχές για «χρόνια πολλά» και συζητούν για θέματα που μόνο σε αυτές τις καλοκαιρινές συγκεντρώσεις του χωριού έχουν την δυνατότητα να κάνουν, αφού τον υπόλοιπο καιρό οι περισσότεροι ούτε καν συναντιώνται αλλά και εκείνοι που συναντιώνται, είναι «πνιγμένοι» από την αδυσώπητη καθημερινότητα που καταπίνει τα πάντα χωρίς να αφήνει πολλά περιθώρια για ασχολίες πέραν εκείνων που εξασφαλίζουν την επιβίωση. Εδώ όμως, το μεγάλο υψόμετρο, ο δροσερός αέρας και η θέα του ορεινού τοπίου, δημιουργούν την απόλυτη χαλάρωση «ψυχής τε και σώματος», δίνοντας την ευκαιρία για συζητήσεις, σχόλια και ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών με αγαπημένα πρόσωπα, συγγενείς, φίλους και συγχωριανούς. Όταν ολοκληρωθεί το προσκύνημα από όλους, μπαίνει πάλι στην εκκλησία «Το Υψωμα», όπως αποκαλείται ο εορτασμός των Αγίων και τότε όλοι κατευθύνονται στις «στρωμένες τραπεζαρίες» για το φαγητό. Οι γυναίκες με γρήγορες κινήσεις ετοιμάζουν το τραπέζι απλώνοντας τις πίττες, το τουλουμοτύρι, τις ελιές, τα σκόρδα, ίσως κάποια κονσέρβα και κόβοντας και μοιράζοντας μία γύρα φέτες από το φρέσκο ζυμωτό ψωμί, ενώ οι άντρες και τα παιδιά παίρνουν στα χέρια τα βαθειά τσίγκινα πιάτα με την πολύχρωμη επισμάλτωση, τις γνωστές «σουπιέρες» και κατευθύνονται στο χώρο των μαγειρείων όπου σχηματίζεται μία ανθρώπινη ουρά για την παραλαβή του φαγητού. Οι προσκυνητές περιμένουν στην ουρά με υπομονή και προωθούνται με τάξη μέχρι να φτάσουν μπροστά στο χώρο της διανομής όπου ο μάγειρας-διανομέας βουτάει την μακριά κουτάλα στο καζάνι και αδειάζει στην σουπιέρα το περιεχόμενό της με την υπέροχη σούπα μανέστραςκαι το κομμάτι από το καλομαγειρεμμένο νόστιμο πρόβειο κρέας, του οποίου το λίπος έχει απλωθεί στην επιφάνεια της σούπας και της δίνει την νοστιμιά εκείνη που κάνει αυτό το υπαίθριο και ποσοτικά μαγειρεμένο στα ξύλα φαγητό, πιο νόστιμο από το σπιτικό. Το γεύμα αρχίζει ενώ συγχρόνως αρχίζει να ακούγεται και μουσική από κομπανία που έχει έρθει εδώ για να διασκεδάσει τους προσκυνητές και να ολοκληρωθεί με χορό και τραγούδι η πανήγυρις. Η κομπανία που αποκαλείται «τα όργανα», αποτελείται από μουσικούς (κλαρίνο-βιολί-λαούτο) με καταγωγή από τα χωριά της περιοχής, που γνωρίζουν τα αγαπημένα ακούσματα των προσκυνητών. Αρχίζουν να παίζουν σκοπούς αργούς, «καθιστικούς» ή όπως λέγονται «του τραπεζιού» οι οποίοι παίζονται την ώρα του φαγητού. Αφού ικανοποιηθεί αρκετά και για μερικούς υπερβολικά η όρεξη που …«άνοιξε» από τις φυσικές συνθήκες, τα όργανα αρχίζουν να περνάνε με τη σειρά από όλες τις παρέες στο χώρο που έχουν κονακιάσει, σταματούν στο κάθε κονάκι και παίζουν τώρα χορευτικούς σκοπούς κατά παραγγελία εκείνων που σηκώνονται να χορέψουν, οι οποίοι φιλοδωρούν τους μουσικούς με κέρματα και χαρτονομίσματα. Ο γλυκός ήχος του κλαρίνου στους σκοπούς των τσάμικων, των συρτών και των συγκαθιστών γεμίζει τον δροσερό αέρα του δάσους και τον κάνει ακόμα πιο ευχάριστο και απολαυστικό. Αυτό επαναλαμβάνεται σε όλες τις παρέες για να ολοκληρωθεί ο εορτασμός με γλέντι, καλή διάθεση και ικανοποίηση «ψυχής τε και σώματος».Αφού λειτουργήθηκαν, προσκύνησαν, έφαγαν, ήπιαν και χόρεψαν, κάποιοι προτίμησαν και λίγο υπαίθριο ύπνο για την απόλυτη χαλάρωση, ήρθε η ώρα οι προσκυνητές να μαζέψουν πάλι τα πράγματά τους, να φορτωθούν τους τρουβάδες και να αρχίσουν την κάθοδο προς το χωριό η οποία γίνεται από το ίδιο μονοπάτι αλλά τώρα την μεγάλη προσπάθεια και ευθύνη των πνευμόνων για την ανάβαση, αναλαμβάνουν τα πόδια για την κατάβαση.
Οι γεροντότεροι έζησαν μία ακόμη ευχάριστη εορταστική διαδικασία που θα την συγκρίνουν, ίσως με νοσταλγία, με κάποιες ίδιες παλαιότερες και οι νεότεροι πήραν μία καλή γεύση από αυτό που ονομάζεται «παράδοση» της Βλάχικης φυλής, για να την θυμούνται και εκείνοι νοσταλγικά έτσι όπως την έζησαν σήμερα, όταν θα την ξαναζήσουν σε μεγάλη ηλικία αλλά σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες που θα έχει δημιουργήσει η πρόοδος της ανθρώπινης κοινωνίας.