Ένα ταξίδι από την Αθήνα στη Τζούρτζια την δεκαετία του 1950.

Τζούρτζια – Κανίκια Δεκαετία 1950 ( Αρχ. Φωτ. Σταύρου Γιώτα)

Ένα ταξίδι από την Αθήνα στη Τζούρτζια την δεκαετία του 1950.

Γιώργος  Λαιάκης

Ιστορικό ενός ταξιδιού που η γενιά μου το έκανε πολλές φορές στην παιδική της ηλικία και που αποτέλεσε τον καταλύτη για την σύνδεσή της με την γή, τα έθιμα, τον τρόπο ζωής και τον πολιτισμό της φυλής των πατέρων της.

Με το τέλος της σχολικής χρονιάς, η σκέψη αρχίζει το ευχάριστο, ενθουσιώδες και βιαστικό ταξίδι της στην ανεμελιά, στο παιχνίδι και στην αλλαγή παραστάσεων και εικόνων που θα μας συντροφεύσουν όλο το καλοκαίρι. Και όλα αυτά αρχίζουν να παίρνουν τη μορφή της πραγματικότητας με την αναγγελία της απόφασης των γονέων μας για την ημερομηνία αναχώρησης για το χωριό. Το ταξίδι αυτό δίνει την αίσθηση του ανταλλάγματος έναντι των κόπων της σχολικής χρονιάς. Οι μέρες τώρα στην Αθήνα αρχίζουν να γίνονται βασανιστικά μεγάλες, χωρίς ούτε το ολοήμερο ανέμελο και εξουθενωτικό παιχνίδι να μπορεί να μειώσει την ανυπομονησία. Το σώμα βρίσκεται ακόμα εδώ, αλλά η σκέψη είναι ήδη εκεί ψηλά προσπαθώντας να επιβάλει τάξη και ιεράρχησησε όλα εκείνα που θέλουμε να κάνουμε όταν φτάσουμε εκεί και που είναι τόσα πολλά που κάποια ευχάριστη αγωνία αρχίζει να κυριαρχεί μέσα μας για το αν ο χρόνος που θα μείνουμε, θα είναι αρκετός για την υλοποίησή τους. Η παραμονή της ημέρας αναχώρησης είναι πάντα μια πολύ δύσκολη μέρα αγωνίας και προσμονής για την ευχάριστη μέρα που θα την διαδεχτεί. Η νύχτα φαντάζει στον ύπνο μας σκληρός πολεμιστής που μάχεται λυσσαλέα το ξημέρωμα της επόμενης μέρας. Ο ύπνος διακόπτεται συνέχεια από ξαφνικά ξυπνήματα που προκαλεί η αγωνία και ο φόβος της απώλειας έστω και λίγων στιγμών της θαυμάσιας αυτής επόμενης μέρας.
Η φύση όμως που δεν συμμερίζεται τις ανθρώπινες αγωνίες και δεν εξαρτά την λειτουργία της από αυτές, φέρνει το φώς και αυτής της ημέρας, στην σωστή και καθορισμένη από τα ημερολόγια ώρα, όπως γίνεται κάθε μέρα, εδώ και εκατομμύρια χρόνια, στον όμορφο πλανήτη που ζούμε. Το οριστικό ξύπνημα είναι επιτέλους γεγονός και η αγωνία κορυφώνεται με τις τελευταίες προετοιμασίες της μητέρας προκειμένου να συσκευαστούν όλα τα απαραίτητα για την διαμονή μας στο χωριό και να αποφευχθούν τυχόν διαπιστώσεις ελλείψεων όταν θα έχουμε φτάσει, που είναι δύσκολο να καλυφθούν.Ο πατέρας μας δίνει τις τελευταίες οδηγίες, παραινέσεις και συμβουλές που τα παιδιά ακούνε πάντα σαν κάτι περιττό. Μας φιλάει έναν έναν και ξεκινάμε με τα αδέλφια μου και την μητέρα για τον κεντρικό σταθμό του τρένου της Αθήνα που ονομάζεται «Σταθμός Λαρίσης». Αρκετά χρόνια αργότερα βρήκα την εξήγηση στην απορία μου για το όνομα του σταθμού, αφού αυτό που τώρα γνωρίζω είναι ότι το τρένο φτάνει μέχρι την Θεσσαλονίκη και ακόμη μακρύτερα, μέχρι την εσχατιά της χώρας στον Εβρο. Γιατί λοιπόν να φέρει το όνομα της Λάρισας και όχι της Θεσσαλονίκης ή κάποιας άλλης πόλης στην οποία φτάνει. Η ανάγνωση των σχετικών ιστορικών στοιχείων αργότερα, σε μεγαλύτερη ηλικία, μου έδωσε την απάντηση για την ονομασία του σταθμού που οφείλεται στο γεγονός ότι η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής έγινε την εποχή που τα βόρεια σύνορα της χώρας έφταναν μέχρι και την Θεσσαλία και η Λάρισα ήταν ο τελευταίος μεγάλος σταθμός στον τότε Ελληνικό χώρο.
Φτάνουμε στο σταθμό που διαθέτει υποτυπώδη μέσα εξυπηρέτησης της διακίνησης των επιβατών, όπως μόνο ακουστική μέσω μεγαφώνου ενημέρωση για τις αμαξοστοιχίες, τις ώρες αναχώρησης και τους προορισμούς τους. Υπάρχει μία γραμμή μπροστά από την πλατφόρμα του σταθμού για τις αμαξοστοιχίες που αναχωρούν και μία παράλληλη δεύτερη για τις αμαξοστοιχίες που φτάνουν. Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι το εθνικό σιδηροδρομικό δίκτυο που συνδέει την Αθήνα με την Θεσσαλονίκη, διαθέτει μία μόνο γραμμή επί της οποίας κινούνται όλες οι αμαξοστοιχίες, επιβατικές και εμπορικές και προς τις δύο κατευθύνσεις, με το σύστημα των ανταποκρίσεων, δηλαδή διασταύρωση αντιθέτων κινουμένων αμαξοστοιχιών εντός σταθμών. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, το σύστημα αυτό παράγει πολλές και σημαντικές καθυστερήσεις στα προγραμματισμένα δρομολόγια των αμαξοστοιχιών, λόγω αλληλεπίδρασης των καθυστερήσεων.
Ακούγεται επιτέλους η από μεγαφώνου ανακοίνωση ότι «εντός ολίγων λεπτών στην πρώτη γραμμή θα εισέλθει η αμαξοστοιχία με προορισμό την Θήβα, Λειβαδιά, Λειανοκλάδι, Λάρισα, Θεσσαλονίκη. Παρακαλούνται οι επιβάτες να ετοιμάζονται για να καταλάβουν τας θέσεις των».Και να, σε λίγα λεπτά ξεπροβάλλει να πλησιάζει αργά επάνω στη γραμμή η μαύρη ατμομηχανή, σαν τεράστιος φοβερός κύκλωπας, με το μεγάλο μάτι-φανάρι στο μέτωπο που ρίχνει ίσια μπροστά μία ισχυρή δέσμη φωτός, ενώ εκτοξεύονται με πίεση μεγάλες ποσότητες ατμού προς το έδαφος και μεγάλες τούφες μαύρου καπνού ανυψώνονται στον ουρανό. Συγχρόνως ακούγεται και το διαπεραστικό αλλά χαρακτηριστικό σφύριγμα του τρένου, την ήπια μορφή του οποίου γνωρίσαμε στις δραστηριότητες της προσχολικής αγωγής.Είναι αστείο το θέαμα της κίνησης των επιβατών προς τις πόρτες των βαγονιών χωρίς ακόμη να έχει ακινητοποιηθεί πλήρως η αμαξοστοιχία και αυτό δημιουργεί μια «ανακατωσούρα» και ένα χωρίς λόγο συνωστισμό, όταν τέλος το τρένο ακινητοποιείται. Η μητέρα έχει τώρα δύσκολη δουλειά να κάνει γιατί πρέπει να μεταφέρει τις βαρύτερες από τις αποσκευές, εμείς μόνο λίγες και ελαφριές μεταφέραμε και συγχρόνως να μας οδηγεί αλλά και να μας ελέγχει, στο δρόμο προς την επιβίβαση.
Όταν βρεθήκαμε όλοι επάνω, άρχισε η διαδικασία της έρευνας για τον εντοπισμό των αριθμών των καθισμάτων, που ο τρόπος αρίθμησης πάντα μου φαινόταν παράξενος και πολύπλοκος, ίσως λόγω της απλοϊκότητας της παιδικής σκέψης. Εντοπίσαμε τα σωστά καθίσματα και αφού τακτοποιήσαμε τις αποσκευές στα κατάλληλα προς τούτο υποστηρίγματα, καθήσαμε με κάποιες διαφωνίες και διαγκωνισμούς μεταξύ των αδελφών μου και εμένα για το ποιος θα καταλάβει κάθισμα δίπλα στο παράθυρο. Θέλαμε να απολαύσουμε το όμορφο θέαμα της διαδρομής οσο καλύτερα γινόταν. Με την παρέμβαση της μητέρας και την αμοιβαία συμφωνία της εκ περιτροπής εναλλαγής των θέσεων, βρεθήκαμε όλοι καθισμένοι και έτοιμοι να αρχίσουμε το με τόση ανυπομονησία αναμενόμενο ταξίδι.Ακούγεται για τελευταία φορά ανακοίνωση από τα μεγάφωνα του σταθμού ότι η αμαξοστοιχία αναχωρεί και ενας σταθμάρχης που μέσα σε μία περίεργη στολή μεενα κόκκινο καπέλο φάνταζε στα παιδικά μας μάτια σαν αρχιστράτηγος μεγάλου στρατού, δίνει το σήμα της αναχώρησης, υψώνοντας μία περίεργη ξύλινη χρωματιστήπινακίδα, σαν ρακέτα του πίνγκ-πόνγκ. Και αμέσως αισθανόμαστε το πρώτο κούνημα της κίνησης πάνω στη γραμμή. Αυτό ήταν, ξεκινήσαμε. Τα μάτια λάμπουν και οι καρδιές μας άρχισαν να χτυπάνε στο γρήγορο ρυθμό της επαφής των σιδηροτροχών με την σιδηροτροχιά, έτοιμοι να απολαύσουμε και το τελευταίο δευτερόλεπτο και την τελευταία εικόνα αυτού του ταξιδιού.
Περνάμε τους σταθμούς της Θήβας, της Λειβαδιάς και της Αμφίκλειας.Μετά την Αμφίκλεια, η διαδρομή γίνεται συναρπαστική, γραφική και πολύ ευχάριστη από απόψεως θεάματος, ανηφορίζοντας προς τον ορεινό όγκο του Παρνασσού και της Οίτης, με εναλλαγή κοιλάδων, οροπεδίων, ποταμών, σηράγγων και γεφυρών, κάποιες από τις οποίες είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακές για το τοπίο και το μέγεθός τους, όπως η μεγάλη σήραγγα της οποίας η διέλευση κρατάει σημαντικά μεγάλο για την παιδική αίσθηση χρόνο και οι εντυπωσιακές από μέγεθος αλλά και ομορφιά τοπίου γέφυρες της Παπαδιάς και του Γοργοπόταμου. Η διέλευση από τις σήραγγες, σε μικρότερη ηλικία θυμάμαι, μου προκαλούσε ακόμη και το φόβο ο οποίος εκδηλωνόταν με κλάμμα. Ο επόμενος σταθμός είναι του Λειανοκλαδίου, που εξυπηρετεί την πόλη της Λαμίας. Στον σταθμό αυτόν η αμαξοστοιχία παραμένει για πέντε εως δέκα λεπτά περίπου και αυτό ανακοινώνεται από τα μεγάφωνα του σταθμού. Ετσι οι επιβάτες έχουν την δυνατότητα να κατεβούν από το τρένο για την αγορά κάποιων προϊόντων η προμήθειας νερού. Συγχρόνως πολλοί πωλητές διατρέχουν την αποβάθρα του σταθμού κατά μήκος της αμαξοστοιχίας πουλώντας σουβλάκια και προϊόντα τοπικής παραγωγής όπως κουραμπιέδες, χυλοπίτες και τραχανά. Από το Λειανοκλάδι αρχίζει πάλι μια ανάβαση της γραμμής διασχίζοντας το βουνό Ορθρυ μέσω μικρών γεφυρών και σηράγγων, ώσπου να βρεθεί στην άλλη πλευρά του βουνού από τους πρόποδες του οποίου αρχίζει να εκτείνεται ο μεγάλος Θεσσαλικός κάμπος. Μετά από μικρή διαδρομή στο «ίσιωμα» πλέον του κάμπου, φτάνουμε στο σταθμό του Παλαιοφαρσάλου με το παλιό από Τουρκοκρατίας όνομα Δεμιρλή. Εδώ οι επιβάτες για τα Τρίκαλα πρέπει να αποβιβαστούν από αυτή την αμαξοστοιχία και να επιβιβαστούν σε άλλη των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων, που εκτελεί τη διαδρομή Βόλου – Καλαμπάκας.
Όταν φτάνουμε στον Παλαιοφάρσαλο ο ήλιος έχει αρχίσει την καθοδική του προς τη δύση πορεία. Η μητέρα εχει να αντιμετωπίσει εδώ ένα νέο μικρό γολγοθά με την διαδικασία της αποβίβασης και εκ νέου επιβίβασης στην άλλη αμαξοστοιχία, η οποία σταθμεύει σε άλλο επίπεδο, κάτω από αυτό της άφιξης, ώστε να χρειάζεται να κατεβούμε σκαλοπάτια. Η αμαξοστοιχία στην οποία τώρα επιβιβαζόμαστε είναι είναι τελείως διαφορετική από την προηγούμενη. Οι Θεσσαλικοί Σιδηρόδρομοι, όπως ονομάζεται το δίκτυο αυτό, κινούνται επί τροχιάς πλάτους ενός μέτρου, δηλαδή στενότερης από αυτήν της Αθήνας – Θεσσαλονίκης που είναι διεθνούς εύρους.Αυτός είναι και ο λόγος που το ταξίδι παρουσιάζει αρκετό κούνημα. Και εδώ χρησιμοποιείται ατμομηχανή αλλά τα βαγόνια είναι μικρά και ξύλινα, με ξύλινα καθίσματα και παράθυρα και φέρουν έναν μικρό εξώστη μπροστά και πίσω, με σιδερένια κάγκελα και σκάλα και από τις δύο πλευρέςγια την επιβίβαση-αποβίβαση. Η ταχύτητα αυτής της αμαξοστοιχίας είναι μικρή, ενώ σταθμεύει σε όλα τα χωριά από τα οποία διέρχεται. Και εμείς κάνουμε χάζι με τους χωριάτες που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν στο τρένο, μετακινούμενοι από χωριό σε χωριό για τις καθημερινές εργασίες τους, μεταφέροντας γεωργικά εργαλεία, ζώα και άλλες παράξενες για εμάς τα παιδιά της πόλης αποσκευές.Περνάμε από τους κυριώτερους σταθμούς των Σοφάδων, Καρδίτσας, Μαγούλας και επιτέλους φτάνουμε στα Τρίκαλα σχεδόν με την δύση του ηλίου. Είμαστε κουρασμένοι αλλά ευτυχείς και …μελαψοί από την κάπνα της ατμομηχανής την οποία δεχόμαστε σε όλη την διαδρομή από τα ανοιχτά παράθυρα για την αντιμετώπιση της ζέστης.
Διανυκτερεύουμε σε συγγενικό μας σπίτι στα Τρίκαλα γιατί το μεταφορικό μέσο για το χωριό αναχωρεί το πρωϊ. Μία ακόμη νύχτα αγωνίας και προσμονής για το αυριανό τελικό στάδιο του ταξιδιού που θα μας φέρει στον πολυπόθητο προορισμό. Το ξύπνημα είναι πάλι πολύ πρωϊνό αλλά ευχάριστο, με λίγο παιχνίδι στο πλύσιμο από την «τουλούμπα»του αρτεσιανού, που για μας είναι μία αλλοιώτικη και παράξενη βρύση. Για την μεταφορά των αποσκευών μας στο σταθμό αναχώρησης, χρησιμοποιούμε έναν αχθοφόρο μεχειροκίνητο ξύλινο καρότσι με δύο ρόδες το οποίο ο αχθοφόρος σπρώχνει η τραβάει, ανάλογα με το βάρος του φορτίου και το οδόστρωμα. Οι αχθοφόροι με αυτά τα καρότσια αυτά είναι ο συνήθης τρόπος εξυπηρέτησης των μικρομεταφορών στην πόλη, φυσικά με κάποια χρηματική αμοιβή. Το μέσο που θα μας μεταφέρει στο χωριό είναι ένα …φορτηγό αυτοκίνητο. Με αυτό γίνεται η μεταφορά και των αποσκευών και των ανθρώπων. Για τα Βλαχοχώρια της περιοχής του Ασπροποτάμου δεν έχει δυστυχώς ακόμη ληφθεί καμμία μέριμνα εξυπηρέτησης κυρίως των κτηνοτρόφων που τα χρησιμοποιούν ως μόνιμη καλοκαιρινή κατοικία των οικογενειών τους, αλλά και αυτών που θέλουν να τα επισκεφθούν είτε για να τα γνωρίσουν είτε για να παραμείνουν για τις διακοπές τους, όπως η δική μου οικογένεια. Η παντελής έλλειψη ανάπτυξης και υποδομής στην περιοχή αυτή, υποχρεώνει τους ανθρώπους που είναι με τον οποιοδήποτε τρόπο δεμένοι με αυτήν, να αναγκάζονται να μετέρχονται διάφορα μέσα για την εξυπηρέτησή τους, κάποια φτάνουν μέχρι τα όρια του πρωτογόνου. Τα μέσα αυτά μπορεί να αντιμετωπίζονται σαν πρωτότυπο και ενδιαφέρον παιχνίδι από εμάς τα παιδιά, αλλά δεν παύουν να δημιουργούν συνθήκες σκληρής και δύσκολης διαβίωσης για τους μεγάλους.
Αφού φορτώνονται υλικά και αποσκευές στην καρότσα του φορτηγού αυτοκινήτου, τοποθετείται ενας μουσαμάς επάνω σε αυτά και εκεί επάνω καθόμαστε για να ταξιδέψουμε, έκθετοι στον ήλιο και τον αέρα, αλλά αυτά είναι παράγοντες που η σημασία τους μειώνεται εως και εκμηδενίζεται από την λαχτάρα μας να βρεθούμε στον τόπο που αγαπάμε. Ξεκινάει λοιπόν το …υπαίθριο αυτό ταξίδι με εμάς να αισθανόμαστε ότι ταξιδεύουμε διακεκριμμένη θέση που προσφέρει απίθανη πανοραμική θέα όλων των τοπίων των περιοχών που θα διασχίσουμε. Η πρώτη εντυπωσιακή εικόνα της διαδρομής παρουσιάζεται μπροστά μας μετά από μισή περίπου ώρα και δεν είναι άλλη από τους επιβλητικούς βράχους των Μετεώρων που ρίχνουν την αυστηρή σκιά τους πάνω στην πόλη της Καλαμπάκας, με τα ιερά μοναστήρια να κοσμούν τις κορυφές τους για περισσότερα από χίλια χρόνια.
Αφήνουμε τώρα πίσω μας τους βράχους των Μετεώρων να προβληματίζουν τον ταξιδιώτη με την παγκόσμια γεωλογική πρωτοτυπία τους και φτάνουμε στη γέφυρα «Μουργκάνι», ένα τρίστρατο που οδηγεί στην Δυτική Μακεδονία (Γρεβενά, Κοζάνη), στην Ηπειρο (Μέτσοβο, Ιωάννινα) και στον Ασπροπόταμο, τον δικό μας τόπο και προορισμό. Χάνουμε από δώ και πέρα την πολυτέλεια του ασφαλτοστρωμένου δρόμου και αρχίζει το μονότονο κούνημα του χαλικόστρωτου χωματόδρομου. Ο δρόμος στενός και φειδωτός, ανάμεσα σε χαμηλή αλλά πυκνή βλάστηση, παρακολουθεί την αριστερή όχθη του ποταμού Σαλαμπριά, παραπόταμου του Πηνειού. Η περιοχή ονομάζεται «Παραλλαγή» χωρίς να μάθω ποτέ την προέλευση και τον λόγο της ονομασίας.Ο δρόμος τώρα εγκαταλείπει την αριστερή όχθη του ποταμού και μέσω μιάς παλιάς στενής τσιμεντένιας γέφυρας, περνάει στην απέναντι όχθη και συνεχίζει ανάμεσα σε οργιώδη βλάστηση με περιβόλια και όλων των ειδών τα οπωροφόρα δέντρα, κορομηλιές, αχλαδιές, κυδωνιές, κερασιές, δαμασκηνιές, μηλιές, καρυδιές. Στη θέση αυτή υπάρχει ένα χάνι για την ανάπαυλα των ταξιδιωτών, προσφέροντας κρύο νερό από τρεχούμενη πηγή, γλυκό κουταλιού και φαγητό. Το χάνι είναι γνωστό με το όνομα «Φάρμα», προφανώς λόγω της μεγάλης παραγωγής της περιοχής σε φρούτα και λαχανικά. Από εδώ και πέρα αρχίζει για μας ο ωραιότερος ταξιδιωτικός ανήφορος. Το φορτηγό αγκομαχάει προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τον ανήφορο, τη ζέστη, το κακό οδόστρωμα και το φορτίο που μεταφέρει. Ο δρόμος είναι φειδωτός, με πολλές αλλεπάλληλες και κλειστές στροφές, που δημιουργούν πρόβλημα σε όσους υποφέρουν από ταξιδιωτική ζάλη. Οι πλαγιές που ακολουθεί ο δρόμος είναι καταπράσινες από χαμηλά δέντρα, ενώ τα απέναντι βουνά μοιάζουν με ζωγραφικό πίνακα ο δημιουργός του οποίου ήταν σπάταλος σε πράσινο χρώμα. Τώρα ο δρόμος φτάνει σε ένα ξέφωτο από όπου παρουσιάζεται η εικόνα δύο χωριών στην απέναντι πλαγιά. Είναι τα χωριά Καστανιά και Αμάραντος, με τα βλάχικα ονόματά τους να είναι Γκουστιάνη και Βιντίστα αντίστοιχα. Αυτά είναι τα τελευταία μόνιμα κατοικούμενα χωριά προς αυτή την περιοχή και μέχρι τον Ασπροπόταμο. Μια χαρακτηριστική ιδιότητα που παρατήρησα στο χωριό Αμάραντος και μου έκανε πάντοτε εντύπωσηείναι η μεγάλη απόσταση που καταλαμβάνει το χωριό κατά μήκος της επικλινούς κοιλάδας, με αποτέλεσμα να αναρωτιέμαι πόσο επίπονο θα είναι για τους κατοίκους να μεταβαίνουν από την μία άκρη του χωριού στην άλλη και μάλιστα όταν πρέπει να ακολουθήσουν την κατεύθυνση του ανήφορου. Ισως και να το αποφεύγουν. Στην Καστανιά κάνουμε στάση για να ξεμουδιάσουμε, να πιούμε κρύο νερό από την πηγή που τρέχει στο σημείο του δρόμου που σταματάνε τα αυτοκίνητα και για όσους επιθυμούν να πιούνε καφέ ή να δοκιμάσουν από τα ωραία γλυκά κουταλιού με προϊόντα τοπικής παραγωγής. Η συνέχεια του ταξιδιού μετά την Καστανιά, ακολουθεί για λίγο πάλι ένα ανηφορικό και φειδωτό δρόμο και αμέσως μετά απολαμβάνουμε μια διάβαση μέσα από ένα εξαιρετικά πυκνό δάσος υψηλών δέντρων, όπου επικρατεί ο έλατος, η οξυά και η δρύς. Εδώ ο αέρας εχει γίνει δροσερός και ο συνδυασμός του με την έντονη μυρουδιά του δάσους, δημιουργεί αναπνευστική και ψυχολογική ευεξία που διαλύει κάθε αίσθημα κόπωσης από το πολύωρο μέχρι εδώ ταξίδι. Βγαίνοντας από το όμορφο αυτό δάσος, ο δρόμος ακολουθεί μια σύντομη ανηφορική διαδρομή σε βραχώδες έδαφος και φτάνει σε έναν αυχένα που είναι το υψηλότερο σημείο της διαδρομήςκαι ονομάζεται στη Βλάχικη γλώσσα «κιάτρα μπροάστα» δηλαδή όρθια πέτρα, ονομασία που οφείλεται σε ένα επιμήκη και κατακόρυφο βράχο που υπάρχειστο σημείο αυτό. Από το σημείοο δρόμος αρχίζει να κατηφορίζει με πολλές, δύσκολες και αλλεπάλληλες στροφές, αλλά αποζημιώνει τον ταξιδιώτη ευρισκόμενος πάντα μέσα σε πυκνό δάσος ελάτης. Στο τέλος της κατάβασης ο δρόμος εισέρχεται σε μια στενή κοιλάδα με πυκνό δάσος και στις δύο πλαγιές και ενα ποτάμι να κυλάει τα κρύα νερά του στην κοίτη της. Το ποτάμι αυτό είναι ενας από τους παραπόταμους που δημιουργού τον ποταμό Αχελώο (Ασπροπόταμο). Βρισκόμαστε δηλαδή στις πηγές του Αχελώου. Στο σημείο αυτό της διαδρομής, σύμφωνα με αφηγήσεις της μητέρας, περνούσε ο δρόμος που ακολουθούσαν πεζή οι οικογένειες με τα πρόβατα, μεταβαίνοντας την Ανοιξη από τις χειμερινές κατοικίες τους στον Θεσσαλικό κάμπο, στα ορεινά χωριά και αντίθετα το Φθινόπωρο.Να σημειώσω εδώ ότι ο δρόμος αυτός της πεζοπορίας δεν ήταν ο ίδιος με τον σημερινό αμαξιτό.Η θέση αυτή ονομάζεται σήμερα «Ομπρέλλα» ίσως λόγω της κατασκευής στο σημείο μίας ξύλινης ομπρέλλας με χορτάρινο κάλυμμα, από αυτές που χρησιμοποιούνται για κάθισμα και σκίαση.
Η διαδρομή είναι τώρα ειδυλλιακή κατά μήκος της μικρής κοιλάδας την οποία ο δρόμος ακολουθεί και από τις δύο πλευρές, εναλλασσόμενος δύο φορές προς τούτο, μέσω γεφυρών. Μετά την πρώτη εναλλαγή, περνάει από τη θέση «Κουκουφλί» όπου λειτουργεί μικρό χάνι και κλιμάκιο του Υπουργείου Γεωργίας, ασχολούμενο με την υλοτομία των δασών της περιοχής. Μετά την δεύτερη εναλλαγή ο δρόμος επανέρχεται στη δεξιά πλευρά της κοιλάδας και περνάει από τη θέση που ονομάζεται «Ντραστέλλες». Η ονομασία οφείλεται στην λειτουργία στη θέση αυτή νεροτριβής, που στη Βλάχικη γλώσσα ονομάζεται ντραστέλλα, στην οποία φέρνουν οι κάτοικοι των χωριών της περιοχής τα μάλλινα τα οποία με την επεξεργασία της νεροτριβής γίνονται πιο μαλακά (αφράτα) ενώ συγχρόνως σφίγγει (δένει) η πλέξη τους. Το τέλος αυτής της κοιλάδας, στο οποίο φτάνουμε μετά από λίγο, είναι και το τέλος της διαδρομής μας με το αυτοκίνητο αλλά όχι το τέλος του ταξιδιού. Εδώ τερματίζεται ο αμαξιτός δρόμος και η μετάβαση στα χωριά της περιοχής γίνεται με ζώα ή με πεζοπορεία. Η θέση αυτή ονομάζεται «Τρία Ποτάμια», λόγω της σύγκλισης τριών ποταμών, αυτού της κοιλάδας που ήδη διασχίσαμε, ενός άλλου που φτάνει από την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση διασχίζοντας και αυτός μια κοιλάδα, και αυτού που δημιουργείται από αυτούς τους δύο και είναι ο Αχελώος (Ασπροπόταμος) που ξεκινάει από αυτό εδώ το σημείο το μακρινό του ταξίδι, διασχίζοντας απόσταση 220 χιλιομέτρων, μέχρι να εκβάλλει στο Ιόνιο Πέλαγος. Εδώ υπάρχει ένα χάνι-σταθμός όπου φτάνουν ολοι οι ταξιδιώτες και όλα τα εμπορεύματα που προορίζονται για τα βλαχοχώρια της περιοχής. Επικρατεί μια ατμόσφαιρα οχλοβοής, συνεχούς φασαρίας και κίνησης με ανθρώπους που φτάνουν ή φεύγουν, εμπορεύματα και αποσκευές απλωμένα παντού, αγωγιάτες και ζώα που περιμένουν υπομονετικά να εκτελέσουν υπάκουα το μεταφορικό τους έργο. Υπάρχουν εδώ επαγγελματίες αγωγιάτες που χρησιμοποιούν ζώα (κερατζήδες) για την επι πληρωμή μεταφορά ανθρώπων και υλικών στους προορισμούς τους. Η μητέρα προσπαθεί να εντοπίσει και να συγκεντρώσει τις αποσκευές μας που έχουν ξεφορτωθεί, ενώ συγχρόνως πασχίζει να μας συγκρατήσει από την επιθυμία μας να τρέξουμε στον ελεύθερο χώρο που ξεδιπλώνεται μπροστά μας.
Η μεταφορά μας μέχρι το χωριό θα γίνει με ζώα που διαθέτουν οι κτηνοτρόφοι θείοι μας οι οποίοι έχουν ειδοποιηθεί και βρίσκονται ήδη εδώ με τα ζώα περιμένοντάς μας. Αφού γίνονται οι χαιρετισμοί μετά την συνάντησή μας με τους θείους, αρχίζει η διαδικασία φόρτωσης των αποσκευών μας στα ζώα τα οποία είναι μουλάρια και ενας ασυνήθιστα μεγαλόσωμος γάϊδαρος. Παρατηρώ με θαυμασμό τις επιδέξιες κινήσεις και την τεχνική του φορτώματος των αποσκευών στα μουλάρια, οι οποίες τοποθετούνται δεξιά και αριστερά από το σαμάρι και δένονται. Στη συνέχεια απλώνεται μια φλοκάτη κουβέρτα στο επάνω μέρος του σαμαριού η οποία αποτελεί και το «αναπαυτικό» κάθισμα για τον επιβάτη δηλαδή για εμάς. Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε πόλεις, όπως εμείς, δεν έχουν τις ευκαιρίες και κατ’ ακολουθία τις εμπειρίες της δια αλόγου μεταφοράς, κοινώς λεγόμενης καβάλας, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουμε τώρα κάποιο πρόβλημα αδεξιότητας αλλά κυρίως φόβου πιθανής πτώσης. Στερούμαστε της γνώσης αλλά και της εμπειρίας ότι το άλογο, το μουλάρι και το γαϊδούρι, έχουν από τα πιο σταθερά βαδίσματα ακόμη και φορτωμένα και διασχίζοντας και πολύ στενά και δύσκολα μονοπάτια. Ο δρόμος που αρχίζει να ακολουθεί η πομπή είναι ένα μονοπάτι όχι φαρδύτερο από όσο χωράει να περάσει ένα φορτωμένο άλογο, ενώ σε κάποια σημεία στενεύει τόσο που τα φορτωμένα δεξιά και αριστερά πράγματα ακουμπάνε στα κλαδιά των δέντρων. Τα ζώα δεν είναι πολλά για να μεταφερθούν ολοι καβάλα και έτσι οι θείοι μας αναγκάζονται να ακολουθούν πεζοί. Το μονοπάτι ακολουθεί την όχθη του Ασπροποτάμουκαι διέρχεται μέσα από αυτόν δύο ή τρείς φορές προκειμένου να αποφεύγονται οι απότομες και δύσκολα βατές περιοχές. Είναι μία χάραξη της οδού που ενώ σήμερα θα γινόταν με σχεδιαστική μελέτη επί χάρτου, προκειμένου να επιτευχθεί η πλέον εύκολη και γρήγορη διάβαση, τότε έγινε εντελώς εμπειρικά με την συνεχή διάβαση των ανθρώπων και των ζώων που ενστικτωδώς έβρισκαν και τελικά χάραξαν, την πιο εύκολη και πιο βατή πορεία. Στη διέλευση του μονοπατιού μέσα από το ποτάμι, ο φόβος μας μεγάλωνε και έφτανε μέχρι άρνησης να παραμείνουμε επι του ζώου, με αποτέλεσμα οι θείοι να αναγκάζονται να περπατάνε παράλληλα με το ζώο, μέσα στο νερό, για να μας κρατάνε μέχρι να βγούμε στην απέναντι όχθη. Η τελευταία ποτάμια διάβαση είναι αυτή του παραπόταμου του Ασπροποτάμου που ονομάζεται «Τζουρτζιώτικος» επειδή περνάει μπροστά από το χωριό, διασχίζοντας την μικρή κοιλάδα που σχηματίζεται από την πλαγιά στην οποία είναι χτισμένο το χωριό και τον απέναντι πέτρινο όγκο «Κουρούνα» που ορθώνεται εντυπωσιακά απειλητικός αλλά και ευεργετικά προστατευτικός του χωριού έναντι βορεινών φυσικών φαινομένων.
Η θέση αυτή που ο παραπόταμος αυτός συναντάει τον Ασπροπόταμο ονομάζεται «Σμίξη» δηλαδή συνάντηση.
Αρχίζουμε τώρα να ανηφορίζουμε ελαφρά προς το χωριό του οποίου τα πρώτα σπίτια άρχισαν να φαίνονται και να μας προκαλούν τα πρώτα συναισθήματα χαράς, αγαλλίασης, ικανοποίησης και απόλυτης ηρεμίας, που βάζουν σε προσωρινή καραντίνα όλα όσα έχουν σχέση με την ζωή της πόλης. Το πρώτο κτίσμα που συναντάμε στα δεξιά του δρόμου είναι ο νερόμυλος που με το νερό από το ποτάμι του χωριού δίνει κίνηση στις περιστρεφόμενες μυλόπετρες, αλέθοντας τα δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι και καλαμπόκι) των κατοίκων παρασκευάζοντας αλεύρι το οποίο αποτελεί το κύριο υλικό παρασκευής φαγητού σε καθημερινή βάση (ψωμί, πίτες). Στο μύλο λειτουργεί επίσης, πάντα με την δύναμη του νερού, συγκρότημα επεξεργασίας των μάλλινων υφαντών (φλοκάτες, τσόλια, χράμια, κάπες) που αποτελείται από το μαντάνι και την ντραστέλα. Μετά το νερόμυλο και πάντα στο δεξιό μέρος της διαδρομής, βρίσκεται το κοιμητήριο του χωριού και αμέσως δίπλα βλέπουμε με λαχτάρα το γήπεδο που θα καταγράψει μόνιμα στα αρχεία του πολλές από τις ώρες της εδώ παραμονής μας. Συνεχίζουμε τον μικρό ανήφορο και αφού περάσουμε από την πηγή «Φυντινίκο» που αναβλύζει το νερό της κάτω από ένα θεόρατο πλάτανο, φτάνουμε επιτέλους στην καρδιά του χωριού, την πλατεία, με τον γέρικο υπεραιωνόβιο πλάτανο στη μέση, τα πέτρινα σκαλιά στη μία πλευρά που φιλοξενούν τους χωριανούς σε δημόσιες εκδηλώσεις και το ¨Κοινοτικό Κατάστημα» στην απέναντι πλευρά με την ταβέρνα-κατάστημα, το τηλεφωνείο και το περίπτερο. Μαγαζιά-ταβέρνες υπάρχουν και στο επάνω μέρος της πλατείας που μοιάζει με υπερώο-εξώστη αλλά και στην απέναντι πλευρά του δρόμου που περνάει μπροστά από την πλατεία. Δεξιά μας δεσπόζει ο επιβλητικός πετρόχτιστος και με πλάκα στην οροφή, Ιερός Ναός της Αγίας Παρασκευής, προστάτιδας του χωριού. Η πορεία μας συνεχίζεται περνώντας μπροστά από την πλατεία και μέσα από στενά δρομάκια που ελίσσονται ανάμεσα σε πέτρινα σπίτια και ξερολιθιές και αφού αντιμετωπίζουμε τον τελευταίο ανήφορο της διαδρομής και του ταξιδιού, φτάνουμε στο αγαπημένο μας σπίτι του χωριού, το πέτρινο πατρικό του πατέρα με την αυλή και την πλάκα στην οροφή, που θα μας φιλοξενήσει και αυτό το καλοκαίρι και θα μας κάνει να εξαντλήσουμε κάθε απόθεμα παιδικής ανεμελιάς, δράσης και δημιουργίας, αλλά και που θα μας δημιουργήσει ενδόψυχα το ισχυρό εκείνο μαγνητικό πεδίο που έλκει κάθε τι που έχει σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα καταγωγής μας, τα ήθη, τα έθιμα, τους ανθρώπους, τον τρόπο ζωής, τη φυλή γενικότερα. Γιατί αυτά μας κάνουν κάθε καλοκαίρι να περιμένουμε με λαχτάρα αυτό το ταξίδι, που και για φέτος μόλις τώρα τελείωσε φέρνοντάς μας για μία ακόμη φορά στα τόσο αγαπημένα αυτά πάτρια μέρη.